Menu
17 / 06 / 2019 - 02:00 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

lasch 1

Το άρθρο του Christopher Lasch δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό © Tikkun, Vol. 4. No.3 (May/June 1989): Progress: The Last Superstition (pdf)

Ι
Ούτε ο φιλελευθερισμός ούτε ο μαρξισμός, ο κύριος ανταγωνιστής του, φαίνονται να προσφέρουν πολλές ελπίδες για λύσεις στα αυξανόμενα προβλήματα που απειλούν να μας κατακλύσουν.

Εξ ού και η αναζήτηση για κάποια τρίτη θέση, όπως αποδεικνύεται από το πρόσφατο ενδιαφέρον για τον πολιτικό ανθρωπισμό, τον κοινοτισμό, και για άλλες βυθισμένες παραδόσεις κοινωνικής κριτικής, που έχουν επισκιασθεί από τις κυρίαρχες παραδόσεις που απορρέουν από τον Διαφωτισμό. Η αναζήτηση ενός τρίτου δρόμου, ούτε μαρξιστικού ούτε φιλελεύθερου, αντανακλά τον αυξανόμενο φόβο, ότι οι άνθρωποι δεν έχουν πλέον τον έλεγχο της ζωής τους.

 

Αν θα καταστεί εφικτό να φαντασθούμε μια πειστική εναλλακτική λύση απέναντι στις ιδεολογίες που έχουν διαμορφώσει τον σύγχρονο κόσμο, και με τι θα μοιάζει μια τέτοια εναλλακτική λύση, εξαρτάται από το Αν κατανοούμε πού ακριβώς απέτυχαν οι παλιές ιδεολογίες. Η δική μου άποψη είναι, ότι οι ρίζες της δυσκολίας έγκεινται στην κοινή δέσμευσή τους στην ιδέα της προόδου. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο έχω μία τόσο βαθιά αντίθεση προς την προσπάθεια να χαραχθεί μια νέα θέση, που θα συνεχίζει να αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτική». Σ' αυτόν τον δρόμο, δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά μόνον σύγχυση.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβουμε, είναι ότι η ελπίδα δεν απαιτεί πίστη στην πρόοδο. Απαιτεί πίστη στην δικαιοσύνη: την πεποίθηση ότι ο κακόβουλος θα υποφέρει, ότι τα λάθη θα διορθωθούν, ότι η καταπατημένη δίκαιη τάξη πραγμάτων δεν θα συγκαλύπτεται με ατιμωρησία. Η ελπίδα συνεπάγεται μια βαθιά εμπιστοσύνη στη ζωή, η οποία φαίνεται παράλογη σ' αυτούς που δεν την έχουν. Αλλά η ελπίδα μάς εξυπηρετεί καλύτερα, όταν περνώντας τρικυμισμένα νερά, είναι αυτή στο τιμόνι και όχι μια πίστη στην πρόοδο. Όχι ότι η ελπίδα μάς διασώζει από το να περιμένουμε το χειρότερο. Αντίθετα, το χειρότερο είναι πάντα αυτό για το οποίο είναι προετοιμασμένοι όσοι ελπίζουν. Η εμπιστοσύνη τους στη ζωή δεν θα είχε πολλή αξία, αν δεν είχαν επιβιώσει από απογοητεύσεις του παρελθόντος, ενώ η γνώση τους ότι το μέλλον επιφυλάσσει και άλλες απογοητεύσεις, καταδεικνύει ότι η ανάγκη για ελπίδα εξακολουθεί να υπάρχει. Από την άλλη πλευρά, οι πιστοί της προόδου, αν και επιθυμούν να θεωρούν τους εαυτούς τους ως το κόμμα της ελπίδας, στην πραγματικότητα δεν έχουν μεγάλη ανάγκη γι' αυτήν, δεδομένου ότι έχουν την ιστορία με το μέρος τους. Παρόλα αυτά, η έλλειψη ελπίδας τους κάνει ανίκανους να δρουν με ευφυία. Η απρονοησία, μια τυφλή πίστη ότι τα πράγματα, με κάποιο τρόπο θα λειτουργήσουν για να έλθει το καλύτερο, εξυπηρετεί ως φτωχό υποκατάστατο της διάθεσης να βλέπουμε με διορατικότητα.

lasch 2

Αυτή η μοιρολατρική αισιοδοξία, αυτή η γεμάτη αυτοπεποίθηση υπόθεση ότι η ιστορία λειτουργεί ως βοηθός στο πλευρό του διαφωτισμού, της ισότητας και της ελευθερίας του ατόμου, ήταν η πηγή της περιβόητης αδιαφορίας του μαρξισμού για την ηθική των μέσων και των σκοπών - το ζήτημα που προβλημάτισε όσους πίστευαν ότι η πρόοδος ήταν στην καλύτερη περίπτωση μείγμα ευλογίας και κατάρας. Για τους μαρξιστές, η επιλογή των μέσων ήταν απλή: ό,τι επιτάχυνε την προλεταριακή επανάσταση. Οι «φυσικοί νόμοι του καπιταλισμού», είπε ο Μαρξ, εργάζονταν «με σιδερένια αναγκαιότητα προς τα αναπόφευκτα αποτελέσματα». Αυτό δεν σήμαινε ότι κάθε έθνος έπρεπε να περάσει από μια αστική φάση στο δρόμο προς το σοσιαλισμό. Όταν οι Μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία στη Ρωσία, θα μπορούσαν να παραπέμψουν στη ρήση του Μαρξ ότι η Ρωσία ίσως θα είναι σε θέση να «αποκτήσει τους καρπούς με τους οποίους η καπιταλιστική παραγωγή έχει εμπλουτίσει την ανθρωπότητα, χωρίς να διέλθει από το καπιταλιστικό καθεστώς». Χωρίς μια αστική επανάσταση όμως, το σοσιαλιστικό καθεστώς θα έπρεπε να κάνει αυτό τη δουλειά του καπιταλισμού, αρχίζοντας από την απαλλοτρίωση της αγροτιάς. Τελικά αυτή η λογική έγινε η λογική του σταλινισμού στη Σοβιετική Ένωση. Το αποτέλεσμα του μαρξικού σχήματος της ιστορίας ήταν ότι ορισμένα πράγματα έπρεπε να συμβούν στη σειρά, είτε υπό την αστική είτε υπό την «προλεταριακή» αιγίδα: η καταστροφή της παλιάς αριστοκρατίας, η άνοδος μιας νέας άρχουσας τάξης στη θέση της, η «εξόντωση» της παραγωγής μικρής κλίμακας, ο μετασχηματισμός των αγροτών και των τεχνιτών σε μισθωτούς εργάτες, η αντικατάσταση των κοινοτικών, πατριαρχικών και «ειδυλλιακών» ρυθμίσεων από συμβατικές ρυθμίσεις, η ανάδυση ενός νέου ατομικισμού στην προσωπική ζωή, η κατάρρευση της θρησκείας και η διάδοση των επιστημονικών τρόπων σκέψης, η απομυθοποίηση της εξουσίας. Μερικές τέτοιες ακολουθίες εξελίξεων έπρεπε να πραγματοποιηθούν, είτε τις ήθελαν οι άνθρωποι είτε όχι, και ανεξάρτητα από το ποιες [πολιτικές] ομάδες θα τύγχανε να έχουν την ευθύνη του κράτους σε κάθε δεδομένη στιγμή. Η θεωρία του Μαρξ για την ιστορία, γράφει ο [Νορβηγός] πολιτικός φιλόσοφος Jon Elster, ήταν «παράξενα εξωπραγματική, αποκομμένη από τον υλικό κόσμο» ~ «με το να εργάζεται ανάστροφα, από το τελικό αποτέλεσμα προς τις προϋποθέσεις», «μπορούσε να απαλλαγεί από τους δρώντες φορείς και τις προθέσεις τους». Επειδή απαλλάσσεται από τους φορείς, πρέπει να προσθέσουμε, θα μπορούσε επίσης να απαλλαγεί από τα ζητήματα της πολιτικής και της ηθικής.

lasch 3

Σύμφωνα με τον Μαρξ, ο σοσιαλισμός θα συμφιλίωνε το άτομο και την κοινωνία. Αντιπροσώπευε μια «υψηλότερη σύνθεση» μεταξύ ατομικισμού και «οργανικής ενότητας». Ο Elster, ένας κριτικός που τρέφει συμπάθεια για τον Μάρξ, βρίσκει την «αλληλεγγύη που δεν κάνει διακρίσεις» που οραματίσθηκαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, μη πειστική και κάπως δυσοίωνη. Οι άνθρωποι χρειάζονται μια «στενότερη, πιο οικεία εστία εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης από τη διεθνή κοινότητα των εργαζομένων», υποστηρίζει ο Elster. Ο αλτρουισμός ευδοκιμεί σε «μικρές, σταθερές ομάδες» και «ελαττώνεται όσο ο κύκλος των ατόμων επεκτείνεται». «Η καλοσύνη που διατίθεται ελεύθερα» δεν είναι συμβατή με την «προσωπική ακεραιότητα και με τη δύναμη του χαρακτήρα». Αλλά ο Μαρξ δεν θα μπορούσε να έχει αναγνωρίσει την αξία των μικρών, σταθερών ομάδων, χωρίς να θυσιάσει την μονογραμμική θεωρία του για την πρόοδο, σύμφωνα με την οποία η ιστορία κινείται αμείλικτα προς την κατεύθυνση όλο και πιο περιεκτικών μορφών αλληλεγγύης.

Από την άλλη πλευρά, η φιλελεύθερη θεωρία της προόδου ​​είναι λιγότερο άκαμπτη και ως εκ τούτου συμβιβάζεται πιο εύκολα, καθώς φαίνεται, με ενδείξεις ότι η ιστορία δεν κινείται πάντα σε μία μόνο κατεύθυνση. Δεν ήταν η εκκοσμίκευση της Χριστιανικής πίστης στην Θεία Πρόνοια, αυτό που έδωσε την αφορμή για την ιδέα περί προόδου του 18ου αιώνα, ​​όπως τόσο συχνά ισχυρίζονται, αλλά η ειδικότερη παραδοχή ότι οι ορέξεις των ανθρώπων, που τις καταδίκαζαν προηγουμένως ως πηγές κοινωνικής αστάθειας και προσωπικής δυστυχίας, θα μπορούσαν να οδηγήσουν την οικονομική μηχανή - όπως ακριβώς η ακόρεστη περιέργεια των ανθρώπων οδήγησε το επιστημονικό έργο - και έτσι να εξασφαλίσουν μια ατέρμονη επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων. Η ηθική αποκατάσταση της επιθυμίας γέννησε μια νέα αίσθηση των δυνατοτήτων, η οποία παρουσίασε με πιο χαρακτηριστικό τρόπο τον εαυτό της όχι στον ασαφή ουτοπισμό του Γαλλικού Διαφωτισμού, αλλά στην σκληροτράχηλη νέα επιστήμη της πολιτικής οικονομίας. Για τον Adam Smith, ήταν ο αυτογενής χαρακτήρας των αυξημένων προσδοκιών, οι νεοαποκτηθείσες ανάγκες και γούστα, και τα νέα πρότυπα προσωπικής άνεσης, αυτά που έσπασαν το παλιό κυκλικό σχήμα της κοινωνικής ανάπτυξης και της παρακμής, και έδωσαν την αφορμή για μια μορφή κοινωνίας ικανή για απεριόριστη επέκταση.

Η αποφασιστική ρήξη με τους παλιότερους τρόπους σκέψης ήρθε όταν ανθρώπινες ανάγκες άρχισαν να θεωρούνται όχι ως φυσικές αλλά ως ιστορικές και συνεχώς μεταβαλλόμενες, επομένως ακόρεστες. Δεδομένου ότι η προσφορά υλικών ανέσεων αυξήθηκε, τα πρότυπα της άνεσης αυξήθηκαν επίσης, και η κατηγορία των αναγκαίων έφθασε να περιλαμβάνει πολλά προϊόντα που προηγουμένως είχαν θεωρηθεί ως πολυτέλειες.

Για τον Άνταμ Σμιθ, η «ενιαία, συνεχής και αδιάκοπη προσπάθεια του κάθε ανθρώπου να βελτιώσει την κατάστασή του» έγινε η «αρχή από την οποία καταρχήν προέρχεται η δημόσια και εθνική, καθώς και η ιδιωτική ευημερία». Η υπεράσπιση των υψηλών μισθών εκ μέρους του Σμιθ, ασυνήθιστη για την εποχή της, στηριζόταν στην παραδοχή ότι «ένα πρόσωπο που δεν μπορεί να αποκτήσει περιουσία, δεν μπορεί να έχει κανένα άλλο συμφέρον, παρά μόνον να τρώει όσο το δυνατον περισσότερο και να εργάζεται όσο το δυνατόν λιγότερο». Η ελπίδα της βελτίωσης της κατάστασής του, από την άλλη πλευρά, θα ενθάρρυνε τον εργαζόμενο του Σμιθ να δαπανήσει το εισόδημά του για «πράγματα πιο ανθεκτικά» από «φιλοξενίες» και «θεάματα» που προτιμούν οι πλούσιοι. Και οι συσσωρευμένες επιπτώσεις αυτού του είδους των δαπανών, παρόλο που ίσως αντικατοπτρίζουν μια «κατά βάση εγωιστική διάθεση», θα «συντηρήσουν ένα ολόκληρο έθνος εργατικών εργαζομένων».

Πηγή: http://aftercrisisblog.blogspot.co.uk/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ