Menu
15 / 12 / 2019 - 08:25 am
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 123

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

8.2 Κριτική αποτίμηση των ερευνητικών προσπαθειών για την ελληνική πολιτική κουλτούρα: Μια άλλη προσέγγιση στη δήλωση «πολιτικού ενδιαφέροντος», ως δείκτη συνολικής πολιτικής κοσμοαντίληψης, στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας

Το κεντρικό ερώτημα, όσον αφορά την ουσία της δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος, αφορά στην ποιοτική διερεύνηση του «πολιτικού ενδιαφέροντος» και αναφέρεται στο τι ακριβώς σημαίνει η δήλωση «με ενδιαφέρει πολύ η πολιτική»[117].

Συνακόλουθο της διερεύνησης αυτής είναι αφενός, η σκιαγράφηση της φυσιογνωμίας όσων ενδιαφέρονται και όσων δεν ενδιαφέρονται, κατά δήλωσή τους, για την πολιτική στην ελληνική πολιτική κουλτούρα, αλλά και αφετέρου, το πώς αντιλαμβάνονται οι διαφορετικές κατηγορίες πολιτών την ίδια την πολιτική διαδικασία που τους κινητοποιεί ή όχι το ενδιαφέρον. Δηλαδή, στόχο αποτελεί η υπόθεση ότι το κεντρικό ερώτημα που θέτουν τα ποσοτικά δεδομένα για το πολιτικό ενδιαφέρον, και στο οποίο δεν μπορούν εύκολα να απαντήσουν, έγκειται στο πώς γίνεται αντιληπτή η ίδια η έννοια της πολιτικής ως κοινωνικής διαδικασίας, από τις διάφορες κοινωνικές κατηγορίες που συγκροτούν την ελληνική κοινωνία. Τα στοιχεία στα οποία θα αναφερθώ, ώστε να προβώ στη διερεύνηση που περιέγραψα παραπάνω, αναφέρονται σε δύο κλασικές πλέον και πρωτοποριακές για την εποχή τους (όπως ήδη αναφέρθηκε στο Κεφάλαιο 8.1), έρευνες για την πολιτική κουλτούρα στην Ελλάδα, που διεξάχθηκαν στο ΕΚΚΕ, το 1985 και το 1988. Κυρίως δε η δεύτερη τροφοδοτεί τον βασικό κορμό των δεδομένων.

Θα πρέπει να παρατηρήσουμε εδώ, εισαγωγικά, ότι το επιστημονικό ενδιαφέρον για την εμπειρική διερεύνηση της ελληνικής κουλτούρας αρχίζει να εκδηλώνεται σποραδικά, με μεγάλη χρονική υστέρηση από την εποχή της αρχικής διατύπωσης του σχετικού κυρίαρχου αναλυτικού υποδείγματος, το οποίο, παρά τις όποιες τροποποιήσεις, παραμένει κατά βάση αυτό των Almond και Verba, 1963. Όταν όμως η εμπειρική έρευνα στρέφεται τη δεκαετία του 1980 προς την έρευνα της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, αυτό το κυρίαρχο συμπεριφορικό υπόδειγμα έχει πλέον υποστεί συγκροτημένη και καταλυτική κριτική, όπως είδαμε παραπάνω (Κεφάλαιο 4). Παράλληλα αρχίζουν να διαμορφώνονται όλο και περισσότερο άλλα αναλυτικά υποδείγματα με νεομαρξιστικές κυρίως στην αρχή, αλλά και μετανεωτερικές στη συνέχεια, επιρροές. Τα νέα αυτά υποδείγματα δίνουν ώθηση περισσότερο στις θεωρητικές αναζητήσεις (και όχι στην εμπειρική έρευνα) και αναφέρονται στην πολιτική κουλτούρα ως αναλυτική κατηγορία στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πολιτισμικού μορφώματος, που περιλαμβάνει την ιστορικά διαμορφωμένη κουλτούρα μιας κοινωνίας και τις κοινωνικές πρακτικές που αυτή οριοθετεί (Badie, 1986)[118]. Παράλληλα όμως, η εμπειρική έρευνα που αναφέρεται σε θέματα πολιτικής κουλτούρας παραμένει συνήθως (διεθνώς) σε αυτάρεσκη απομόνωση από τις σύγχρονες θεωρητικές αναζητήσεις, μολονότι στα μεταγενέστερα μεγάλα ερευνητικά προγράμματα από τη δεκαετία του 1970 και μετά, σπάνια σημειώθηκαν τα θεμελιώδη σφάλματα που προσάπτονται στην πρωτοποριακή έρευνα των Almond και Verba, 1963[119]. Η απομόνωση της εμπειρικής έρευνας από την κοινωνική θεωρία αποτελεί βέβαια επιστημολογικό πρόβλημα πολύ ευρύτερο, που ξεπερνά κατά πολύ τις επεξεργασίες που αφορούν την πολιτική κουλτούρα. Είναι πάντως χαρακτηριστικό, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ερευνητικό τομέα, ότι οι εργασίες που εκπονήθηκαν την εποχή εκείνη στην ομάδα του ECPR (European Consortium for Political Research), η οποία ασχολήθηκε με την πολιτική κουλτούρα (Workshop on West European political cultures in a comparative perspective) και παρουσιάστηκαν στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1989, μπορεί να υπαχθούν σε δύο βασικές διακριτές κατηγορίες: αφενός θεωρητικές αναζητήσεις που αποσκοπούν στην αναδιατύπωση της έννοιας της πολιτικής κουλτούρας, και αφετέρου εμπειρικές μελέτες που αποδέχονται, κατά λανθάνοντα ή έκδηλο τρόπο, το παραδοσιακό αναλυτικό υπόδειγμα. Εξαίρεση αποτέλεσαν ορισμένες μεμονωμένες περιπτώσεις εμπειρικών προσεγγίσεων που είχαν θέσει ως στόχο να ελέγξουν την υπόθεση της προοδευτικής κυριαρχίας ενός νέου, μεταμοντέρνου συστήματος αξιών.

politismiki pantelidou 124

Σε αυτό το διεθνές επιστημονικό κλίμα, του διαχωρισμού θεωρίας και εμπειρικής προσέγγισης, δεν εκπλήσσει καθόλου το ότι η υστέρηση με την οποία η εμπειρική έρευνα στην Ελλάδα στρέφεται προς τη μελέτη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας δεν αποτελεί τελικά πλεονέκτημα, αλλά, αντίθετα, πρόσθετο μειονέκτημα. Είναι πλέον δεδομένο ότι οι πρωτοπόρες έρευνες για την ελληνική πολιτική κουλτούρα θα περάσουν όλα τα στάδια και θα παρουσιάσουν όλες τις επιστημονικές και επιστημολογικές αδυναμίες που χαρακτηρίζουν διεθνώς το ιστορικό της εξέλιξης των εμπειρικών ερευνών για την πολιτική κουλτούρα στο πλαίσιο του κυρίαρχου συμπεριφορικού υποδείγματος, το οποίο και υιοθετούν σε γενικές γραμμές. Κι αυτό παρά το ότι είναι θεμιτό να υποθέσουμε πως οι μεταθεωρητικές ανησυχίες των σχετικών ερευνητών/-ριών στην Ελλάδα του 1980 διαφέρουν σημαντικά από τις αντίστοιχες των Αμερικανών, για παράδειγμα, συναδέλφων τους τη δεκαετία του ’60.

Αν μπορούσα να γενικεύσω θα έλεγα ότι οι κύριες αδυναμίες που χαρακτηρίζουν συνήθως τον καθιερωμένο τύπο εμπειρικής έρευνας για την πολιτική κουλτούρα είναι οι εξής: ασάφεια στην έννοια της πολιτικής κουλτούρας, ανυπαρξία θεωρητικής οριοθέτησης, υπέρμετρος ψυχολογισμός (λανθάνων ή έκδηλος) στον ορισμό, που έρχεται σε σύγκρουση με την κλασική ανθρωπολογική ερμηνεία της κουλτούρας, αποδοχή αντιλήψεων της καθημερινότητας ως δεδομένων, άκριτη αποδοχή του συγκρίσιμου χαρακτήρα στοιχείων της πολιτικής κουλτούρας διαφορετικών κοινωνιών που μοιάζουν (αλλά είναι πράγματι;) ταυτόσημα, έλλειψη αποσαφήνισης του χαρακτήρα στοιχείων που ωστόσο, θεωρούνται σημαντικά για τη σκιαγράφηση της συνολικής φυσιογνωμίας της πολιτικής κουλτούρας μιας κοινωνίας, ισοπέδωση των διαφορετικών συγκροτημένων ομάδων υποκουλτούρας[120] και, κυρίως, έλλειψη θεωρητικού πλαισίου ανάλυσης των ευρημάτων, αφού λείπουν οι θεωρητικά επεξεργασμένες υποθέσεις εργασίας, οι οποίες (θα πρέπει να) καθοδηγούν τη διαμόρφωση του ερωτηματολογίου. Αν έπρεπε να προσθέσω και μια τυπικά ελληνική αδυναμία, θα ανέφερα τη σύγχυση που σημειώνεται μεταξύ «πολιτικής κουλτούρας» και «πολιτικής συμπεριφοράς», ενδεχομένως λόγω της επιθυμίας να αποφευχθεί η αναφορά στην πρώτη, που θεωρείται αδόκιμη ως όρος, με αποτέλεσμα όμως μεγαλύτερη εννοιολογική σύγχυση. Είναι ενδεικτικό ότι το ειδικό τεύχος της Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών 69Α, 1988, που συνιστά αφιέρωμα στην πρώτη μεγάλη έρευνα για την ελληνική πολιτική κουλτούρα η οποία διεξήχθη το 1985, τιτλοφορείται «Πολιτική συμπεριφορά», μολονότι είναι φανερό ότι αντικείμενό του αποτελεί η ελληνική πολιτική κουλτούρα, ενώ στόχος του συνολικού ερευνητικού προγράμματος ήταν η συγκριτική μελέτη της πολιτικής κουλτούρας στη Νότια Ευρώπη.

Οι κριτικές αυτές παρατηρήσεις δεν διεκδικούν ιδιαίτερη πρωτοτυπία, στο μέτρο που αφορούν γενικά το συμπεριφορικό υπόδειγμα, ενώ πολλές έχουν διατυπωθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο από πολλούς/-ές και διαφορετικών αντιλήψεων πολιτικούς επιστήμονες[121]. Αφορούν όμως και τις έρευνες για την ελληνική πολιτική κουλτούρα της δεκαετίας του 1980, ενώ από αυτές ορμώμενη προσπάθησα να βρω έναν τρόπο ώστε να παρακαμφθούν οι αδυναμίες του θετικισμού, όπως αυτές συνήθως καταγράφονται στα ερωτηματολόγια που αποτελούν τη βάση για τη συλλογή του εμπειρικού υλικού, τουλάχιστον όσον αφορά τη μελέτη του πολιτικού ενδιαφέροντος[122]. Στην προσπάθεια αυτή θα επικεντρωθούμε στη συνέχεια (Βλ. περισσότερα στο Παντελίδου Μαλούτα, 1990).

politismiki pantelidou 125

«Σας ενδιαφέρει η πολιτική, πολύ, αρκετά, λίγο, καθόλου;». Η απάντηση στην ερώτηση αυτή θεωρείται κατά κανόνα ικανοποιητική ένδειξη για τη σύγκριση του βαθμού του πολιτικού ενδιαφέροντος σε διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες. Αποτελεί όμως πολύ πτωχό δείκτη, ενδεχομένως και παραπλανητικό. Διότι, σε μια έννοια τόσο φορτισμένη όπως η πολιτική, στην οποία η ιστορία και η κοινωνική εμπειρία αφήνουν ανεξάλειπτα σημάδια, η σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου δεν μπορεί παρά να παρουσιάζει εξαιρετικού ενδιαφέροντος διαφοροποιήσεις και συνεπώς δεν επιτρέπει απλουστευτικές και ισοπεδωτικές προσλήψεις. Το ότι οι Έλληνες δηλώνουν μαζικότερα από τους άλλους λαούς της Νότιας Ευρώπης το 1985 ότι ενδιαφέρονται για την πολιτική, σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, δεν σημαίνει παρά μόνον αυτό: ότι δηλώνουν μαζικότερα πως ενδιαφέρονται γι’ αυτό στο οποίο παραπέμπει στη δική τους αντίληψη η «πολιτική». Το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρισης δεν αποτελεί αναγκαστικά εξήγηση άλλων φαινομένων, ούτε βέβαια κλείνει το θέμα. Αντίθετα, ανοίγει νέες οδούς διερεύνησης. Γιατί αν με έμμεσους δείκτες μπορούμε σχετικά εύκολα να μετρήσουμε πρακτικά το «πολιτικό ενδιαφέρον», όπως εκφράζεται μέσω της πολιτικής εμπλοκής του/ης κάθε πολίτη, και να προβούμε σε σχετικές συγκρίσεις λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες που αφορούν τις αντίστοιχες πρακτικές σε κάθε κοινωνία, δεν ισχύει το ίδιο για άλλες πολιτισμικές παραμέτρους πέραν της πρακτικής εμπλοκής στην πολιτική: Δύσκολα μπορούμε να ξεπεράσουμε το πρόβλημα της ουσιαστικής αποκωδικογράφησης -που παραπέμπει πλέον σε ποιοτικές μεθόδους και όχι ποσοτικές- δύο απαντήσεων που ενδεχομένως κωδικογραφούνται στην ίδια κατηγορία, αλλά σημαίνουν πολύ διαφορετικά πράγματα, όσον αφορά τον συνολικό χαρακτήρα της πολιτικής κουλτούρας μιας κοινωνίας. Και έτσι, συγχρόνως, καθιστούν τις επιφανειακές διεθνικές συγκρίσεις χωρίς κανένα νόημα. Για παράδειγμα, κωδικογραφούνται στην ίδια κατηγορία («Με ενδιαφέρει αρκετά η πολιτική») οι εξής δύο απαντήσεις: 123 α) «Με ενδιαφέρει αρκετά, γιατί θέλω να με βολέψουνε πουθενά. Όλος ο κόσμος αυτό κοιτάει» (απάντηση ψυκτικού 25 ετών), και β) «Με ενδιαφέρει αρκετά η πολιτική γιατί η ανάμειξη στην πολιτική είναι η στοιχειώδης υποχρέωση του κάθε πολίτη. Είναι η ελάχιστη προσφορά στο κοινωνικό σύνολο...» (απάντηση άνεργης νέας 22 ετών). Η α ή η β απάντηση, αν ήταν αντιπροσωπευτική της κατηγορίας της, θα σκιαγραφούσε διαφορετική εικόνα της συνολικής φυσιογνωμίας μιας πολιτικής κουλτούρας, μια διαφοροποίηση που χάνεται τελείως με την ταυτόσημη κωδικογράφησή τους. Αλλά και στο επίπεδο και με τους όρους της ποσοτικής ανάλυσης απλώς, το λίγο ενδιαφέρον μπορεί να έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο (λίγο με ενδιαφέρει η πολιτική, ή με ενδιαφέρει λίγο η πολιτική), διαφοροποίηση που επίσης χάνεται εντελώς αν περιοριστούμε στα ποσοτικά δεδομένα, ενώ στη συγκριτική έρευνα μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά.

politismiki pantelidou 126

Αν θεωρήσουμε λοιπόν ότι οι απαντήσεις στην ερώτηση «σας ενδιαφέρει η πολιτική, πολύ, αρκετά, λίγο, καθόλου;» προσφέρονται ικανοποιητικά για τη μέτρηση του βαθμού του πολιτικού ενδιαφέροντος που χαρακτηρίζει συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα, και μείνουμε σε αυτό (όπως κατά κανόνα συμβαίνει), και, ακόμη περισσότερο, αν χρησιμοποιήσουμε τις σχετικές δηλώσεις ως μέτρο σύγκρισης του βαθμού πολιτικού ενδιαφέροντος σε διαφορετικές κοινωνίες, θα έχουμε προβεί σε υπέρμετρα υποκειμενική και στρεβλωτική ερμηνεία, και όχι σε ανάλυση. Θα πρόσθετα ότι, συχνά οι ερευνητές/-ριες, νομίζοντας ότι αναλύουν με τη βοήθεια μετρήσεων την πολιτική φυσιογνωμία του δείγματός τους, προβαίνουν σε ερμηνεία, στη βάση ενός αναλυτικού υποδείγματος το οποίο δεν αποδέχονται ρητά και το οποίο μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις ρητά απορρίπτουν. Διότι αν δεν γνωρίζουμε την ενδεχομένως διαφοροποιημένη σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου σε διαφορετικές κοινωνίες, η σύγκριση των ποσοστών θετικής απάντησης στην ερώτηση «σας ενδιαφέρει η πολιτική;» μας λέει πράγματι πολύ λίγα για το αν, για παράδειγμα, ενδιαφέρονται περισσότερο οι Έλληνες ή οι Πορτογάλοι γι’ αυτό στο οποίο παραπέμπει η «πολιτική» στην αντίληψη του/ης ερευνητή/-ριας, και το οποίο είναι πιθανό να διαφοροποιείται έντονα από τις κυρίαρχες σχετικές αντιλήψεις της ελληνικής και της πορτογαλικής κοινωνίας. Οι διεθνείς συγκρίσεις αποτελούν σίγουρα επιστημονικό στόχο, στο μέτρο που υποβοηθούν τη διαμόρφωση τυπολογιών, επιτρέπουν τον έλεγχο θεωρητικών υποθέσεων και εμπλουτίζουν την πολιτική θεωρία με τη διαφοροποιημένη εμπειρία πολλών κοινωνικών συνόλων. Ωστόσο, αν δεν γνωρίζουμε με απόλυτη σαφήνεια τι  συγκρίνουμε, καταλήγουμε σε σειρές δεδομένων που αναζητούν όχι μόνο ανάλυση αλλά, πρωτίστως, ταυτότητα.

Με τις παρατηρήσεις αυτές δεν επιθυμώ να απορρίψω τη χρησιμότητα της σχετικής κλασικής ερώτησης ως επιμέρους δείκτη προδιάθεσης για πολιτική συμμετοχή (γιατί τελικά περί αυτού πρόκειται). Αφού, μάλιστα, έχει πολλαπλά ελεγχθεί η θετική συσχέτιση της καταφατικής απάντησης στην παραπάνω ερώτηση με υψηλά επίπεδα εμπλοκής στην πολιτική διαδικασία, ανεξαρτήτως του τύπου εμπλοκής. Αυτό που αμφισβητώ είναι η δυνατότητα γόνιμων διεθνικών συγκρίσεων στη βάση των απαντήσεων σε αυτή την ερώτηση, διότι δεν είναι πάντα σίγουρο ότι συγκρίνουμε λειτουργικά ισοδύναμες μεταβλητές. Ασκώ, δηλαδή, κριτική στην καθιερωμένη και τυποποιημένη πλέον στο πλαίσιο του κλασικού κυρίαρχου αναλυτικού υποδείγματος χρήση της. Αν όμως η ερώτηση αυτή συμπληρωθεί στο ερωτηματολόγιο από άλλη, ανοιχτή, που στοχεύει στην αιτιολόγηση του σχετικού βαθμού πολιτικού ενδιαφέροντος, εισάγοντας μια ποιοτική διάσταση στη διερεύνησή του, μπορεί να προσφερθεί πληρέστερη εικόνα και για το επίπεδο του πολιτικού ενδιαφέροντος των ερωτώμενων, και για το πώς αυτοί/-ές αντιλαμβάνονται το ενδιαφέρον για την πολιτική. Τι σημαίνει δηλαδή για τους/ις ίδιους/-ες η σχετική έννοια. Αλλά, κυρίως και πρωταρχικά, η ερώτηση αυτή μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να προσφέρει με την απάντησή της στοιχεία για το πώς προσλαμβάνουν οι πολίτες την ίδια την έννοια της πολιτικής. Όλος αυτός ο πλούτος όμως χάνεται με την προσήλωση στην επιδίωξη συλλογής αυστηρά ποσοτικών δεδομένων, αφού στο πλαίσιο μιας περιοριστικής θετικιστικής αντίληψης οι δύσκολες στην κωδικογράφηση απαντήσεις σε ανοιχτή ερώτηση με ποιοτικές αξιώσεις, δεν αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος, γιατί συχνά οι τιμές τους δεν είναι στατιστικά σημαντικές. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι κοινωνιολογικά είναι σημαντικότατες, αφού μας επιτρέπουν (όπως είδαμε παραπάνω στο παράδειγμα της αιτιολόγησης του «αρκετού» ενδιαφέροντος) να διακρίνουμε το γενικότερο κλίμα και τις αποχρώσεις της φυσιογνωμίας της πολιτικής κουλτούρας μιας κοινωνίας, και να προβούμε σε συγκρίσεις ουσίας, και όχι τυπικές. Εξάλλου, δεν υπάρχει βέβαια καμία αντιπαλότητα μεταξύ ποσοτικών και ποιοτικών μεθόδων, αφού και οι δύο συμβάλλουν στην εμπειρική διερεύνηση της κοινωνικής δυναμικής, με τη διαφορά ότι οι δεύτερες έχουν ενδεχομένως μεγαλύτερη ευριστική λειτουργία, ιδιαίτερα στην περίπτωση που η έρευνα σε έναν συγκεκριμένο τομέα βρίσκεται ακόμα σε διερευνητικό στάδιο.

politismiki pantelidou 127

Βλέπουμε λοιπόν ότι ως πολιτολογική μεταβλητή, το πολιτικό ενδιαφέρον μετριέται κυρίως με βάση την ερώτηση που αντιμετωπίσαμε κριτικά. Θα πρέπει να προσθέσουμε μάλιστα ότι αυτό γίνεται χωρίς κατά κανόνα να ορίζεται έκδηλα η σχετική έννοια: Αλλού, το πολιτικό ενδιαφέρον θεωρείται δηλωτικό θετικής στάσης απέναντι στην πολιτική (Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 69Α, 1988, σ. 21), αλλού η μέτρησή του παραπέμπει απλώς στην έντασή του η οποία συνθέτει έναν «δείκτη πολιτικότητας» ( Καφετζής, 1988, σ. 39 και 37), ενώ για άλλους/-ες πολιτικό ενδιαφέρον σημαίνει ό,τι και στη γλώσσα της καθημερινότητας: την «παρακολούθηση των πολιτικών εξελίξεων και αποφάσεων» (Παναγιωτοπούλου, 1989, σ. 58). Αν πρέπει λοιπόν να οριοθετήσουμε το πολιτικό ενδιαφέρον, όπως το μετράμε με τη σχετική κλειστή ερώτηση, θα έλεγα ότι η δήλωση των ερωτώμενων «με ενδιαφέρει πολύ», «αρκετά», «λίγο», ή «δεν με ενδιαφέρει καθόλου» η πολιτική, παραπέμπει στην (άρα μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε σε χοντρικές γραμμές την) προδιάθεσή τους για συμμετοχή στην πολιτική διαδικασία. Από μια άποψη, η δήλωση πολιτικού ενδιαφέροντος αποτελεί εκδήλωση πολιτικού ενδιαφέροντος, όπως πολλές άλλες, ενδεικτικές της εμπλοκής των υποκειμένων στην πολιτική διαδικασία. Βεβαίως ο τύπος της εμπλοκής δεν προσδιορίζεται από την απάντηση στη σχετική ερώτηση, ούτε και η δήλωση ενδιαφέροντος (πολύ ή λίγο) προδικάζει το βαθμό εμπλοκής: Δηλαδή, το «με ενδιαφέρει πολύ η πολιτική» δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι, σε μια κλασική κλίμακα ιεράρχησης της πολιτικής συμμετοχής, τοποθετούμαι υψηλότερα (για παράδειγμα, και ενημερώνομαι και συζητώ και συμμετέχω σε προεκλογικές εκδηλώσεις και είμαι μέλος κόμματος), ούτε το «με ενδιαφέρει λίγο» σημαίνει αναγκαστικά ότι συμμετέχω μόνο στο επίπεδο της ενημέρωσης ή/και επικοινωνίας. Εξάλλου ό,τι συνθέτει «λίγο ενδιαφέρον» για κάποιον/-α δεν αποτελεί αναγκαστικά για κάποιον/-α άλλο/-η ένδειξη αντίστοιχης έντασης πολιτικού ενδιαφέροντος. Ο αόριστος και υποκειμενικός χαρακτήρας της ερώτησης διευκολύνει την παρείσδυση διαφόρων πολιτισμικών στερεοτύπων στη διατύπωση της απάντησης. Για παράδειγμα, σε ορισμένο κοινωνικό περιβάλλον είναι σαφώς ευκολότερο για μια ηλικιωμένη γυναίκα παρά για έναν νέο άνδρα να δηλώσει πολιτική αδιαφορία (Παντελίδου Μαλούτα, 1987, σσ. 157-169).

Έχοντας στο μυαλό μας τις παραπάνω παρατηρήσεις, καθώς και το ότι αναφερόμαστε σε μετρήσεις δηλώσεων πολιτικού ενδιαφέροντος (και όχι σε έμμεσες μετρήσεις της έντασής του, με βάση επιλεγμένους ή κατασκευασμένους δείκτες), θα δούμε τι γνωρίζουμε για το πολιτικό ενδιαφέρον των πολιτών στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Θα επιχειρήσουμε μετά να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια στοιχεία, συμπληρωμένα με απαντήσεις σε ανοιχτή ερώτηση που αφορά την αιτιολόγηση της ύπαρξης ή της έλλειψης πολιτικού ενδιαφέροντος, με στόχο να εμβαθύνουμε στη διερεύνηση της υπόθεσης ότι, αυτό που έχει μεγαλύτερη βαρύτητα για τη συνολική φυσιογνωμία της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας είναι το τι σημαίνει κοινωνικά «με ενδιαφέρει η πολιτική» στο δεδομένο ελληνικό πλαίσιο, και όχι το πόσο συχνά προβαίνουν οι Ελληνίδες και οι Έλληνες στη σχετική δήλωση.

politismiki pantelidou 128

Η πρώτη γενική παρατήρηση αφορά βεβαίως το ότι οι πολίτες στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας της δεκαετίας του 1980 δηλώνουν μαζικά ότι ενδιαφέρονται (πολύ ή αρκετά) για την πολιτική, αφού σε όλες τις σχετικές έρευνες το ποσοστό των ατόμων που προβαίνουν σε δήλωση μεγάλου ή αρκετού πολιτικού ενδιαφέροντος ξεπερνά το 50%: 57,8% με βάση στοιχεία της έρευνας του 1985 (Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 69Α, 1988, σ. 137), και ελαφρά χαμηλότερο, 53,5%, με βάση στοιχεία της έρευνας του 1988 (Νικολακόπουλος, Παντελίδου Μαλούτα, 1988, σ. 11). Στη δεύτερη περίπτωση δεν βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, η οποία συντείνει βεβαίως στην ανύψωση του σχετικού ποσοστού. Αν δεχτούμε, παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις όσον αφορά το κλασικό πρότυπο αξιολόγησής του, να δούμε το σχετικό ποσοστό συγκριτικά, είναι φανερή η υπεροχή της Ελλάδας στο ποσοστό δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος (πολύ και αρκετά) στο χώρο της Νότιας Ευρώπης: 57,8% έναντι 32,7% για την Ιταλία, 23,6% για την Ισπανία και 11,6% για την Πορτογαλία (Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 69Α, 1988, σ. 137). Η διαφορά είναι εντυπωσιακότερη, και ενδεχομένως περισσότερο δηλωτική διαφοροποιήσεων που κάνουν πράγματι δύσκολη την επαλήθευση της υπόθεσης της ύπαρξης μιας ενδεχόμενης «κοινής» νοτιοευρωπαϊκής πολιτικής κουλτούρας, αν αναφερθούμε μόνο στα άτομα που δηλώνουν μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον: Αν στην Ελλάδα με βάση στοιχεία της έρευνας του 1985 το 23,1% δηλώνει ότι ενδιαφέρεται πολύ για την πολιτική, το αντίστοιχο ποσοστό στην Ιταλία είναι 5,8%, στην Ισπανία 3,5% και στην Πορτογαλία 0,8% (Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 69Α, 1988, σ. 137). Με βάση ελαφρώς μεταγενέστερα συγκριτικά στοιχεία, από το Ευρωβαρόμετρο του 1988, με μέσο ποσοστό μεγάλου πολιτικού ενδιαφέροντος στις δώδεκα χώρες της ΕΟΚ της τάξης του 11%, η Ελλάδα εμφανίζει 12% ποσοστό που την τοποθετεί στην πέμπτη θέση, ενώ στο Ευρωβαρόμετρο του 1983, (Καφετζής 1988, σ. 39), η Ελλάδα με ποσοστό 18% ήταν τότε στην πρώτη θέση του «μεγάλου» πολιτικού ενδιαφέροντος. Είναι σαφής η επίδραση της συγκυρίας στη διαμόρφωση των σχετικών ποσοστών σε κάθε χώρα.

Συνεπώς, οι Έλληνες/-ίδες εμφανίζονται να δηλώνουν μαζικότερα από άλλους λαούς της Ευρώπης, και ειδικότερα της Νότιας τη δεκαετία του 1980, ότι ενδιαφέρονται για την πολιτική. Αν δεχτούμε την εγκυρότητα του στοιχείου αυτού, χωρίς προς το παρόν να προβληματιστούμε για το τι μπορεί να σημαίνει, επιβάλλεται νομίζω να διερευνήσουμε τι υποκρύπτει από την πλευρά που μας ενδιαφέρει εδώ, η μυθική κατηγορία «Έλληνες». Είναι βέβαιο ότι κάποιοι/-ες Έλληνες/ίδες δηλώνουν πως ενδιαφέρονται για την πολιτική περισσότερο από όσο άλλοι/-ες, και βεβαίως επιβάλλεται να διερευνήσουμε ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όσων τροφοδοτούν μαζικότερα την κατηγορία των πολιτών που δηλώνουν ότι ενδιαφέρονται πολύ ή αρκετά για την πολιτική, διότι αυτό είναι σημαντικό για την ποιότητα της δημοκρατίας στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. (Αποκλείονται κάποιοι ες; Ποιοι/ες; Τι υποδηλώνει αυτό;)

Χωρίς να υπεισέλθουμε σε πολλές σχετικές λεπτομέρειες (βλ. περισσότερα στο Παντελίδου Μαλούτα, 1990), θα πρέπει να σημειώσουμε ότι: Ως προς το φύλο και την ηλικία γίνεται φανερό -όπως είναι αναμενόμενο με βάση τα κοινωνικά πρότυπα και τους έμφυλους ρόλους τη δεκαετία του 1980- ότι οι άνδρες ως κοινωνική κατηγορία τροφοδοτούν μαζικότερα από τις γυναίκες την κατηγορία ατόμων που δηλώνουν πολιτικό ενδιαφέρον. Αλλά, είναι οι άνδρες της τρίτης ηλικίας που υπεραντιπροσωπεύονται αναλογικά στην κατηγορία των ανδρών οι οποίοι δηλώνουν πολιτικό ενδιαφέρον, στοιχείο που εκτός των άλλων αποτελεί ιδιαιτερότητα της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας της εποχής, με δεδομένο ότι η κλασική σχετική καμπύλη έχει υψηλότερο σημείο στη μέση ηλικία (Παντελίδου Μαλούτα, 2012). Δείχνει δε ότι, εκτός του ότι οι Έλληνες δηλώνουν μαζικά πολιτικό ενδιαφέρον, η ηλικιακή διάρκεια του σχετικού ενδιαφέροντος είναι σαφώς μεγαλύτερη από ό,τι σε άλλες χώρες, τουλάχιστον όσον αφορά τους άνδρες της συγκεκριμένης γενιάς (Pantelidou Maloutas, 1989). Η ηλικιακή καμπύλη των γυναικών που ενδιαφέρονται για την πολιτική είναι πολύ διαφορετική, με αποτέλεσμα να υπεραντιπροσωπεύονται οι μέσες ηλικίες στην κατηγορία γυναικών που δηλώνουν πολιτικό ενδιαφέρον.

politismiki pantelidou 129

Αν κοιτάξουμε τη συσχέτιση κοινωνικοεπαγγελματικής κατηγορίας και δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος[124], παρατηρούμε ότι και στους άνδρες και στις γυναίκες όσοι/ες είναι εργοδότες/-ριες, όσον αφορά τη θέση στο επάγγελμα, και δημόσιοι/-ες υπάλληλοι, όσον αφορά τον τομέα απασχόλησης, δηλώνουν μαζικότερα πολιτικό ενδιαφέρον (74,6% και 76,6% για τους άνδρες, και 66,7% και 62,0% για τις γυναίκες). Φοιτητές και φοιτήτριες αποτελούν δύο κατηγορίες στις οποίες σημειώνονται από τα χαμηλότερα ποσοστά ανά φύλο (47,4% και 41,6% αντίστοιχα). Μάλιστα, όσον αφορά τις φοιτήτριες είναι χαμηλότερα και από τα αντίστοιχα των γυναικών συνταξιούχων (43,1 %) και των νοικοκυρών (44,1 %). Όσο για το επίπεδο εκπαίδευσης, αυτό συσχετίζεται εντονότατα θετικά με τη δήλωση πολιτικού ενδιαφέροντος, ενώ η σχετική διαφοροποίηση στις γυναίκες είναι σαφώς εντονότερη από ό,τι στους άνδρες: κατά 80,6% δηλώνουν οι άνδρες πτυχιούχοι ότι ενδιαφέρονται για την πολιτική και κατά 57,3% οι αναλφάβητοι (-23,3 εκατοστιαίες μονάδες). Σε αντίστοιχη δήλωση προβαίνουν κατά 73,9% οι γυναίκες πτυχιούχοι και κατά 20,9% οι αναλφάβητες (-53,0 εκατοστιαίες μονάδες). Η τεράστια αυτή απόσταση στη δήλωση πολιτικού ενδιαφέροντος γυναικών διαφορετικού εκπαιδευτικού επιπέδου παραπέμπει βεβαίως στη διαφοροποιημένη διάδοση του στερεότυπου του αυστηρού διαχωρισμού ιδιωτικού και δημόσιου χώρου και του αποκλεισμού των γυναικών από τον δεύτερο, σε διαφορετικές γενιές και σε διαφορετικά πολιτισμικά/κοινωνικά περιβάλλοντα.

Είναι συνεπώς φανερό ότι στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας της δεκαετίας του 1980, υπάρχουν σημαντικότατες διαφορές στη μαζικότητα της δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος ανάλογα με την ηλικία, το φύλο -κυρίως σε ορισμένες «παραδοσιακές» υποκατηγορίες- την κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορία και το εκπαιδευτικό επίπεδο. Διαφορές τέτοιας έκτασης που επιβάλλουν διαφοροποιήσεις στο στερεότυπο πρότυπο του «Έλληνα που ενδιαφέρεται πολύ για την πολιτική». Εκτός λοιπόν από το ερώτημα που αναφέρεται στο τι σημαίνει «οι Έλληνες ενδιαφέρονται πολύ για την πολιτική», το οποίο ήδη διατυπώσαμε, προβάλλει επίσης έντονα το ερώτημα «ποιοι Έλληνες δηλώνουν πράγματι μαζικά ότι ενδιαφέρονται για την πολιτική»; Είναι φανερό ότι πρόκειται κυρίως για άνδρες, περισσότερο ηλικιωμένους παρά νεότερους, ή, σε μικρότερο βαθμό, για μέσης ηλικίας γυναίκες και, πάντως, κυρίως για άτομα με σχετικά υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο που έχουν περισσότερες πιθανότητες να προβαίνουν στη σχετική δήλωση αν είναι εργοδότες ή δημόσιοι υπάλληλοι παρά οτιδήποτε άλλο.

Δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο το ότι, ενώ διαθέτουμε σημαντικές ενδείξεις που στοιχειοθετούν για την ελληνική κοινωνία παραμέτρους συμμετοχικής πολιτικής κουλτούρας με βάση το κλασικό αναλυτικό υπόδειγμα (υψηλά επίπεδα δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος, μαζικότητα στην αίσθηση συνάφειας με την πολιτική διαδικασία, υψηλότατα, συγκριτικά, ποσοστά δήλωσης συμμετοχής -ως μέλη- σε δευτερογενείς ομάδες πολιτικού χαρακτήρα και ειδικά σε πολιτικά κόμματα κ.λπ.), ωστόσο κανένας/-μία πολιτικός/-ή επιστήμονας δεν έχει προβεί στον σχετικό γενικευτικό χαρακτηρισμό για την ελληνική πολιτική κουλτούρα. Συνεπώς, με βάση την παραπάνω προβληματική, αν τα υψηλά επίπεδα δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος αποτελούν ενδείξεις συμμετοχικής προδιάθεσης στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, επιβάλλεται να διερευνήσουμε τι υποκρύπτουν ή τι υποδηλώνουν τα πρώτα, ώστε να ερμηνεύσουμε τους τύπους συμμετοχής που τελικά εκδηλώνονται (ή δεν εκδηλώνονται) ως πολιτική συμπεριφορά. Συγκεκριμένα, αν τα ποσοτικά δεδομένα που είδαμε δεν απαντούν αλλά μάλλον θέτουν ερωτήματα, ποια μπορεί να είναι αυτά; Το ότι ορισμένες κατηγορίες Ελλήνων/-ίδων δηλώνουν πράγματι εξαιρετικά μαζικά ότι ενδιαφέρονται για την πολιτική -με συνέπεια ο μέσος όρος δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος να εμφανίζεται υψηλός στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας- χαρακτηρίζει σίγουρα αυτή την τελευταία. Το ζήτημα όμως είναι πώς την χαρακτηρίζει; ΄Η, πώς αιτιολογείται, αρχικά, το ότι δηλώνεται τόσο μαζικά πολιτικό ενδιαφέρον στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πολιτικής κουλτούρας; Δηλαδή, πώς αντιλαμβάνονται την πολιτική οι κατηγορίες αυτές των ατόμων που δηλώνουν μαζικά ότι τους ενδιαφέρει, και συνεπώς τι στοιχειοθετεί γι' αυτά «ενδιαφέρον» για την πολιτική; Υπάρχουν διαφοροποιήσεις στην πρόσληψη του πολιτικού φαινομένου ανάλογα με το βαθμό στον οποίο δηλώνεται πολιτικό ενδιαφέρον, και επίσης, μήπως υπάρχουν διαφοροποιήσεις στη σχετική πρόσληψη ακόμα και στην περίπτωση που δηλώνεται ίδιος βαθμός ενδιαφέροντος από άτομα που κατέχουν διαφορετική θέση στην κοινωνική ιεραρχία και έχουν διαφορετική κοινωνική εμπειρία, είτε λόγω φύλου, είτε λόγω κοινωνικοεπαγγελματικής θέσης, είτε λόγω ηλικίας/γενιάς;

politismiki pantelidou 130

Αν ξεπεράσουμε το επίπεδο των δομικών εξηγήσεων -οι οποίες βεβαίως αποτελούν μέρος της απάντησης αλλά ως παράγοντες άμεσης αιτιότητας δεν νομίζω ότι ικανοποιούν- και αν δεν παραπέμψουμε γενικά στη συνολική δομή της ελληνικής κοινωνίας όπως διαμορφώθηκε στη βάση της ιστορικής εμπειρίας, και ιδιαίτερα όσον αφορά το πολιτικό σύστημα, αν δεν αναφερθούμε άμεσα στη συγκεκριμένη διαδικασία εγκαθίδρυσης των αστικοδημοκρατικών θεσμών και στην αναντιστοιχία τους με την κοινωνική δομή, ούτε στη δομή της ελληνικής οικογένειας και στην κατωτερότητα της θέσης των γυναικών που συνοδεύεται από τον αποκλεισμό τους και από την πολιτική διαδικασία κ.λπ.· και αν, τέλος, προσπαθήσουμε να δούμε πώς όλα αυτά μεταφράζονται στο πολιτισμικό επίπεδο, διερευνώντας -ως παρεμβαλλόμενη μεταβλητή μεταξύ της κοινωνικής και ιστορικής πραγματικότητας και του επιπέδου πολιτικού ενδιαφέροντος, όπως αυτό δηλώνεται- τη διάχυτη αντίληψη για την έννοια και την τελεολογία της πολιτικής, θα έχουμε συμβάλει ουσιαστικότερα στη διερεύνηση ενός κεντρικού ερωτήματος που αφορά στο χαρακτήρα της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας: Γιατί τόσο σημαντικός αριθμός ατόμων δηλώνει πολιτικό ενδιαφέρον στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας, τουλάχιστον τη δεκαετία του 1980, ή πώς αντιλαμβάνονται τα άτομα αυτά την ουσία της πολιτικής διαδικασίας, ή για ποιο λόγο και με ποιες μεταθεωρητικές ανησυχίες τόσο μαζικά οι «Έλληνες» (δηλαδή ορισμένοι Έλληνες) αισθάνονται ότι η πολιτική είναι άμεσα συναφής προς τη ζωή τους; Και τελικά, τι σημαίνει στο επίπεδο του υποκειμένου, και ποια κοινωνική βαρύτητα έχει στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πολιτικής κουλτούρας, η δήλωση «με ενδιαφέρει η πολιτική»;

Εάν δε θέσουμε τα παραπάνω ερωτήματα, εάν δεχτούμε ως δεδομένο/αυτονόητο (όπως συχνά συμβαίνει) ότι η συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία ωθεί τους «Έλληνες» σε υψηλά επίπεδα πολιτικού ενδιαφέροντος, χωρίς να αμφισβητήσουμε α) τη γενικευτική κατηγορία «Έλληνες», β) το αν αυτό που μετράμε είναι πράγματι το επίπεδο έντασης πολιτικού ενδιαφέροντος, και γ) την ίδια την έννοια του πολιτικού ενδιαφέροντος, θα έχουμε απλώς συμβάλει στην αναπαραγωγή ενός στερεότυπου περί «υπερπολιτικοποιημένων Ελλήνων», (πάντα στο αρσενικό), ενός στερεότυπου με προεκτάσεις σε παρωχημένες και προ-επιστημονικές αντιλήψεις που παραπέμπουν στην έννοια του εθνικού χαρακτήρα (Βλ. παραπάνω, Κεφάλαιο 5). Ακόμη περισσότερο, η αναφορά σε συγκριτικά διεθνικά ποσοτικά δεδομένα, χωρίς περαιτέρω ανάλυση της ουσίας και της βαρύτητας της δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος σε διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες, ενισχύει αναμφίβολα τη στερεότυπη και ελαφρώς φολκλορική εικόνα του πολιτικοποιημένου Έλληνα αρσενικού γένους, που συζητά συνεχώς στα καφενεία για πολιτικά θέματα. Ένα στερεότυπο, η ουσία του οποίου μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί με βάσιμα στοιχεία, ενώ η αναίρεσή του (όταν, στη συνέχεια, δεν καταγράφονται πλέον, όπως είδαμε, υψηλά ποσοστά ενδιαφέροντος), προσφέρει πλούσιο υλικό για σκέψη, τόσο όσον αφορά δομικές αλλαγές της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού πολιτικού συστήματος, όσο και σε σχέση με την ίδια την εννοιολόγηση του «πολιτικού ενδιαφέροντος.

politismiki pantelidou 131

Προφανώς, η ουσία του σχετικού στερεοτύπου παραπέμπει στην έννοια της πολιτικοποίησης, έννοια παρεξηγημένη και ασαφής, σίγουρα όχι λειτουργική ως εκ τούτου στην ποσοτική έρευνα, η οποία συνήθως δεν ορίζεται (ως αυτονόητη), ενώ όταν ορίζεται πρόκειται συχνά για ατυχή ή ακόμα και παραπλανητικό ορισμό (Βλ. παραπάνω Κεφάλαιο 2.2). Αλλά αρκεί άραγε η δήλωση πολιτικού ενδιαφέροντος, ή ακόμα και η πιστοποιημένη εμπλοκή σε πολιτικές συζητήσεις, ως στοιχείο αποδεικτικό πολιτικοποίησης; Όχι βέβαια. Εξάλλου, αφενός, για να απαντηθεί ουσιαστικά το ερώτημα αυτό προϋποτίθεται σαφής ορισμός της σχετικής έννοιας, και αφετέρου, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι θεμιτό να υποθέσουμε ότι τα παραπάνω μπορεί ακόμα και να συνθέτουν ενδείξεις περί του αντιθέτου. Ο Τσουκαλάς, 1977, σ. 101, αναφερόμενος σε άλλη περίπτωση, επισημαίνει: «Αυτή ... η επίφαση της υπερπολιτικοποίησης κρύβει στην πραγματικότητα μιαν αποπολιτικοποίηση». Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η πολιτικοποίηση προβάλλει ως «ποιοτική» και όχι ως ποσοτική παράμετρος που αναφέρεται στο πολιτικό ενδιαφέρον και την εμπλοκή στην πολιτική διαδικασία, με αποτέλεσμα να επανερχόμαστε στο «γιατί» και στο «πώς», που συνδέονται με την πρόσληψη της ίδιας της έννοιας της πολιτικής, παραβλέποντας για λίγο το «πόσο». Τελικά, τα ερωτήματα που δημιουργούνται από τα βασικά ποσοτικά δεδομένα περί πολιτικού ενδιαφέροντος στα οποία αναφερθήκαμε, συμπυκνώνονται στην (ελαφρώς παράδοξη) επιταγή της διερεύνησης του πόσο «πολιτικό» είναι το πολιτικό ενδιαφέρον. Δηλαδή, πόσο «πολιτική» είναι η πρόσληψη της πολιτικής στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι κομβική για τη σκιαγράφηση της όλης φυσιογνωμίας της τελευταίας, αφού την χρωματίζει συνολικά και καθορίζει το πλαίσιο όπου λειτουργούν όλες οι πολιτισμικές παράμετροι που την συγκροτούν, και συνακόλουθα επιδρούν στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος.

Η έννοια της πολιτικής και ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνεται αυτή από διαφορετικές κατηγορίες πολιτών αποτελεί κεντρικό συστατικό στοιχείο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Εκτός από στοιχεία κυνισμού, ή αντίθετα από κάποιες ενδείξεις ιδεαλισμού που διακρίνονται σε ορισμένες κατηγορίες ατόμων, ενδείξεις που με σχετική ευκολία μπορεί να αποδοθούν σε συγκεκριμένη πολιτική αλλά και ευρύτερη κοινωνική προπαιδεία η οποία χαρακτηρίζει ιδιαίτερες γενιές, ο διαφορετικός τρόπος πρόσληψης της πολιτικής και του «πολιτικού» σηματοδοτείται κυρίως από μια δυσδιάκριτη και δυσπρόσιτη διαφοροποιημένη πρόσληψη της τελεολογίας τους. Σε πολλές απαντήσεις ερωτήσεων που δε σχετίζονται άμεσα με το θέμα, στο πλαίσιο εμπειρικών ερευνών, διαφαίνεται πράγματι και η απάντηση στο γιατί της πολιτικής διαδικασίας. Απάντηση συχνά βιωματική και σίγουρα καθοριστική της συνολικής πολιτικής κοσμοαντίληψης ατόμων και κοινωνικών συνόλων, που προδίδει μιαν αντίληψη η οποία, σε πολλές περιπτώσεις, παραπέμπει εμφανώς στις ιδεολογικές προεκτάσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη ιστορία της διαμόρφωσης του νεοελληνικού κράτους ως βασικού της κοινωνικού συντελεστή. Και είναι βέβαια αναμενόμενο ότι ο τρόπος εγκαθίδρυσης των «εισαγόμενων» πολιτειακών αστικοδημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, με το συγκεκριμένο επίπεδο κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης, άφησε έντονα τα ίχνη του στο επίπεδο της πολιτικής πρόσληψης και συμπεριφοράς (Τσουκαλάς, 1977, Diamandouros, 1980), δηλαδή στο επίπεδο της πολιτικής κουλτούρας, και συγκεκριμένα πρωτίστως ίσως στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η ίδια η έννοια της πολιτικής. (Βλ. και παραπάνω, Κεφάλαιο 7.1).

Οι λανθάνουσες αιτιώδεις σχέσεις που διέπουν στο επίπεδο της μεταθεωρίας, τη συνολική πρόσληψη της πολιτικής από τα κοινωνικά σύνολα, στη βάση της κοινωνικής και ιστορικής τους εμπειρίας, μνήμης και συνείδησης, είναι σίγουρα αυτές από τις οποίες απορρέουν οι διαφορές σε συγκεκριμένες πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις τους (και κατ’ επέκταση και στο επίπεδο της πολιτικής τους συμπεριφοράς)· διαφορετικό επίπεδο και τύπος συμμετοχικής προδιάθεσης, διαφορετική αντίληψη του ρόλου των πολιτικών κομμάτων, διαφορετική εικόνα του «καλού πολίτη» και των υποχρεώσεών του, διαφορετική στάση απέναντι στη δημοκρατία ως πάνδημη επιταγή, διαφορετική αίσθηση συνάφειας με το πολιτικό σύστημα και αρμοδιότητας στο πλαίσιό του, διαφορετικός τύπος πολιτικού ενδιαφέροντος: ένας ατέρμων κατάλογος που παραπέμπει τελικά στην ασαφή και δυσπρόσιτη πρόσληψη της πολιτικής ως κοινωνικής διεργασίας η οποία έχει, σε τελική ανάλυση, κάποιο στόχο. Η τελεολογική αυτή πρόσληψη της πολιτικής μπορεί βέβαια να εντοπιστεί κυρίως με ποιοτικές τεχνικές, ενώ προσπάθειες ποσοτικής εμπειρικής σύλληψής της μέσω «κλειστών» ερωτήσεων χωρίς προηγούμενη «ποιοτική» διερεύνηση θα παρουσίαζαν αξεπέραστες δυσκολίες. Ωστόσο, μπορούμε να εντοπίσουμε κάποια στοιχεία της συνολικής πρόσληψης της πολιτικής μέσω των απαντήσεων σε ανοιχτή ερώτηση που αφορούν στο «γιατί» του πολιτικού ενδιαφέροντος, κι έτσι να αποκτήσουμε βάσιμες ενδείξεις για το χαρακτήρα και τις βασικές συγκροτημένες συνιστώσες της αντίληψης για την πολιτική στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας.

politismiki pantelidou 132

Δεν μπορούμε βέβαια, με τα στοιχεία που διαθέτουμε να απαντήσουμε και στο «γιατί» της διαμόρφωσης της σχετικής πρόσληψης. Μόνο με μια «επιστροφή στην ιστορία» είναι δυνατό να εντοπιστούν συγκεκριμένοι παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση αυτής της κεντρικής παραμέτρου της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, που αναφέρεται στο χαρακτήρα της πρόσληψης της ίδιας της έννοιας της πολιτικής και την τελεολογία της. Πάντως, η μόνη ερευνητική στάση ικανή να αποτρέπει από τη ρητή ή άρρητη αναπαραγωγή της στερεότυπης υπόθεσης περί «υπερπολιτικοποιημένων Ελλήνων», ένα στερεότυπο που παραπέμπει σε μια αμφισβητούμενη επιστημονικά και μη επιβεβαιωμένη τελικά κοινωνική κατάσταση, είναι να διερευνήσουμε για ποια πολιτική ενδιαφέρεται η μαζική κατηγορία ατόμων που δηλώνει, στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, ότι ενδιαφέρεται για την πολιτική.

Μια πρώτη συστηματική θεματική κατάταξη απαντήσεων στην ερώτηση «γιατί σε ενδιαφέρει η πολιτική;» καταλήγει σε δεκαέξι κατηγορίες, άλλες από τις οποίες έχουν θετικό πρόσημο (δηλαδή αιτιολογούν την ύπαρξη πολιτικού ενδιαφέροντος και είναι δηλωτικές περισσότερο ή λιγότερο θετικής πρόσληψης της πολιτικής για διαφορετικούς λόγους), άλλες αρνητικό και άλλες και θετικό και αρνητικό (πρόκειται για τις κατηγορίες 8 και 9 του Πίνακα 8.2.1). Θα δούμε παρακάτω τα διαφοροποιημένα σημεία αναφοράς στην αιτιολόγηση πολιτικού ενδιαφέροντος με τα ποσοστά που έλαβαν με στόχο να επισημάνουμε την αντίστοιχη αντίληψη περί πολιτικής η οποία διαφαίνεται σε κάθε κατηγορία απάντησης.

Πίνακας 8.2.1

Σημεία αναφοράς στην αιτιολόγηση του πολιτικού ενδιαφέροντος ή της έλλειψής του

  Γυναίκες Άνδρες
1. Επιθυμία ενημέρωσης 18,1% 13,8%
2. Λόγοι δημοσίου συμφέροντος 11,4% 13,1%
3. Με αφορά προσωπικά 6,3% 8,5%
4. Κυριαρχία του πολιτικού 4,5% 8,2%
5. Αφορά όλους 3,8% 6,9%
6. Βελτίωση συνθηκών διαβίωσης 2,5% 3,8%
7. Λόγοι κομματικής ένταξης ή πολιτικοποίησης 2,3% 3,5%
8. Λόγοι προπαιδείας ή προϊστορίας 4,0% 4,3%
9. Λόγοι αρνητικής συγκυρίας 2,0% 2,4%
10. «Δεν με αφορά»/ «Δεν με αφορά τόσο ώστε...» 9,4% 4,7%
11. Έλλειψη χρόνου/άλλες ασχολίες 6,9% 3,9%
12. Απογοήτευση/αίσθηση ματαιότητας 4,0% 6,8%
13. Δυσπιστία απέναντι στους πολιτικούς 3,9% 6,0%
14. Έλλειψη πληροφόρησης/ανικανότητα    
παρακολούθησης 7,2% 2,1%
15. Απόρριψη της πολιτικής 3,4% 5,1%
16. Ταύτιση πολιτικής με τσακωμούς και κινδύ­νους 3,8% 2,0%
17. Άλλο 2,4% 2,2%
- Δ.Γ./Δ.Λ. 4,4% 2,8%

 

Αν αυτές μπορούν συμβατικά να θεωρηθούν ως οι βασικές κατηγορίες αιτιολόγησης της ύπαρξης ή της έλλειψης πολιτικού ενδιαφέροντος με βάση το υλικό της έρευνας αυτής[125], η κατηγοριοποίηση των αντιλήψεων περί πολιτικής ακολουθεί τη δική της λογική, χωρίς βεβαίως καθόλου να σέβεται τα όριά τους. Για παράδειγμα, ενώ κυρίως στην κατηγορία «επιθυμία ενημέρωσης» διαφαίνεται (μεταξύ άλλων) η αντίληψη ότι η πολιτική είναι κάτι έξω από εμάς, για το οποίο όμως επιθυμώ να ενημερώνομαι[126], και σε άλλες κατηγορίες απάντησης, συχνά με αρνητικό πρόσημο διαφαίνεται η πρόσληψη της πολιτικής ως θεάματος[127]. Είναι φανερό ότι αυτή η διάσταση του πολιτικού ενδιαφέροντος, που το οριοθετεί στη λιγότερο συμμετοχική του παράμετρο και μεταβάλλει την πολιτική διαδικασία σε αποστασιοποιημένη διεργασία που αφορά τα άτομα ως θεατές, διαψεύδει τις συμμετοχικές συνδηλώσεις που έστω λανθανόντως υφέρπουν στις διεθνικές συγκρίσεις του βαθμού πολιτικού ενδιαφέροντος, και στις οποίες συχνά φαίνεται να προηγείται η Ελλάδα. Ωστόσο, δεν είναι πάντα εμφανής στην κατηγορία αυτή των απαντήσεων η εικόνα του ατόμου ως παθητικού αποδέκτη μηνυμάτων. Ιδιαίτερα σε νεότερα άτομα η επιθυμία ενημέρωσης εκφράζει συχνά την αίσθηση ότι «η πολιτική με αφορά», γι' αυτό θέλω «να μαθαίνω τι γίνεται». Αυτή η αντίληψη, ωστόσο, δεν προδικάζει σε καμία περίπτωση την εμπλοκή του ατόμου ως συμμέτοχου στην πολιτική διαδικασία.

Όταν όμως δηλώνεται άμεσα ως αιτιολόγηση του πολιτικού ενδιαφέροντος ότι «η πολιτική με αφορά», ποια αντίληψη περί πολιτικής διαφαίνεται στη σχετική απάντηση;[128] Αρχικά πρέπει να πούμε ότι το «με αφορά» επικαλύπτει πολύ συχνά και την οικογένεια, και μάλιστα την ευρύτερη. Οι αναφορές στην πολιτική ως υπόθεση της οικογένειας είναι γενικά πολύ συχνές, τόσο στο επίπεδο της ψήφου όσο, και ιδιαίτερα, στην κατηγορία απάντησης που κωδικογραφεί όσες απαντήσεις αναφέρονται στην προπαιδεία του ατόμου, είτε θετικά είτε αρνητικά[129]. Είναι εξάλλου ιδιαίτερα αξιοσημείωτη η τριπλή συσχέτιση πολιτική-δουλειά οικογένεια που διαφαίνεται σε πολλές απαντήσεις στο κατά πόσον αφορά ή δεν αφορά η πολιτική τον/ην ερωτώμενο/-η, μέσω των οποίων διαφαίνεται η πρόσληψη της πολιτικής ως διαμεσολαβητικού παράγοντα για την ατομική «τακτοποίηση» μελών της οικογένειας. «Εγώ τα παιδιά μου τα τακτοποίησα, δεν μ’ ενδιαφέρει πια», δηλώνει συνταξιούχος 71 ετών, ενώ αγρότισσα 51 ετών λέει: «Όποιος να βγει το ίδιο είναι... Ούτε παιδιά έχω να τακτοποιήσω σε δουλειά. Τι να με νοιάζει;» Αλλά και νεότερη γυναίκα, 38 ετών, νοικοκυρά, διατυπώνει την άποψη: «Όσο είναι καλά ο άνδρας μου και δουλεύει δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτε άλλο». Η πολιτική είναι λοιπόν για να λύνει ατομικά και σε ατομικό επίπεδο προβλήματα. Όταν δεν υπάρχουν αυτά πια, ή όταν τα προβλήματα της καθημερινότητας δεν προσλαμβάνονται στην κοινωνική τους διάσταση, η πολιτική «δεν αφορά». Η ίδια εικόνα της πολιτικής απορρέει και από απαντήσεις της κατηγορίας «βελτίωση συνθηκών διαβίωσης».

politismiki pantelidou 133

Γενικότερα, είναι φανερό από απαντήσεις που κατατάσσονται σε όλες τις κατηγορίες πως κυριαρχεί η αντίληψη ότι εξ ορισμού, η πολιτική δεν αφορά όλους/ες. Υπάρχουν κατηγορίες ατόμων που θέτουν την ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία ή υποκατηγορία στην οποία ανήκουν οι ίδιοι/-ες έξω από τη σφαίρα της πολιτικής και μάλιστα μαζικά, στις περιπτώσεις όπου είναι δυνατό να το γνωρίζουμε. Αναφέρονται πράγματι ορισμένοι περιοριστικοί παράγοντες στο πολιτικό ενδιαφέρον που είναι ενδεικτικοί μιας πρόσληψης της πολιτικής η οποία επιλεκτικά δεν αφορά ορισμένες κατηγορίες ατόμων:

• τους ηλικιωμένους (και ιδιαίτερα τις ηλικιωμένες)
• τις αγράμματες γυναίκες
• τα άτομα που δεν έχουν ή δεν ασκούν το δικαίωμα της ψήφου[130]
• τα άτομα που εκκλησιάζονται τακτικά
• τα άτομα που έχουν οικιακές ασχολίες
• τους/ις αρρώστους/-ες

Οι παραπάνω ιδιότητες ή χαρακτηριστικά αναφέρονται από μεγάλο αριθμό ατόμων της σχετικής κατηγορίας (στο μέτρο που μπορούμε να το ελέγξουμε, αφού δεν ξέρουμε πόσοι/-ες άρρωστοι/-ες υπάρχουν στο δείγμα, ξέρουμε όμως πόσες είναι οι ηλικιωμένες γυναίκες) ως αιτιολόγηση έλλειψης ή μειωμένου πολιτικού ενδιαφέροντος. Πρόκειται για άτομα τα οποία δεν αφορά η πολιτική σύμφωνα με την αντίληψή τους, άρα λογικά η πολιτική παραπέμπει γι' αυτούς στους νέους, στους μορφωμένους, στους έχοντες δικαίωμα ψήφου, στους υγιείς, σε όσους δεν εκκλησιάζονται τακτικά και σε όσους δεν έχουν οικιακές ασχολίες (δηλαδή στους άνδρες σύμφωνα με το σχετικό πρότυπο). Για παράδειγμα, στην κατηγορία που αιτιολογεί την έλλειψη ενδιαφέροντος με αναφορά στην «έλλειψη χρόνου» και τις «άλλες ασχολίες», υπεραντιπροσωπεύονται γυναίκες (6,9% έναντι 3,9% για τους άνδρες), οι οποίες μάλιστα δίνουν θετικό νόημα στην έλλειψη ενδιαφέροντος τους («Έχω τις δουλειές στο σπίτι. Δεν έχω καιρό να τρέχω στους δρόμους» λέει νοικοκυρά 40 ετών), σε αντίθεση με τους άνδρες που αναφέρονται «στις άλλες ασχολίες» κυρίως με απολογητικό ύφος. Αντίστοιχες παρατηρήσεις όσον αφορά την επίδραση του φύλου στην πρόσληψη της πολιτικής μπορούμε να κάνουμε και σε σχέση με την κατηγορία «έλλειψη πληροφόρησης ανικανότητα παρακολούθησης», όπου συχνά οι απαντήσεις (των γυναικών ιδίως) εντυπωσιάζουν με τη συναισθηματική φόρτιση ή/και τις συνδηλώσεις τους[131], ενώ τονίζεται η διάσταση της ηλικίας («είμαι γριά γυναίκα») και η έλλειψη μόρφωσης («είμαι αγράμματη γυναίκα»)[132].

Εκτός λοιπόν από την πρόσληψη της πολιτικής ως σφαίρας που συγκυριακά αφορά ή δεν αφορά τους πολίτες («τακτοποίησα τα παιδιά μου, δεν μ’ ενδιαφέρει πια»), είναι διαδεδομένη και η περιοριστική πρόσληψη της πολιτικής ως σφαίρας ειδικών κατηγοριών πολιτών. Σε αυτές τις τελευταίες είναι φανερό ότι μικρός αριθμός των ερωτωμένων τοποθετεί τους φιλόδοξους και τους καιροσκόπους: «Εμείς είμαστε άλλοι άνθρωποι. Εμάς μας ενδιαφέρει να βγάλουμε το ψωμί μας και να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας» λέει νοικοκυρά 36 ετών, ενώ συνταξιούχος 82 ετών διευκρινίζει: «Εκείνοι που ενδιαφέρονται για θέσεις, ενδιαφέρονται για την πολιτική. Εμείς ένα κομμάτι ψωμί να τρώμε θέλουμε». Η πολιτική, εξάλλου, δεν είναι για τους «νοικοκύρηδες»: «Ή θα κάνεις τη δουλειά σου σαν νοικοκύρης ή θα ασχολείσαι με τα κόμματα», δηλώνει συνταξιούχος 77 ετών. Βλέπουμε, επίσης, ότι σχεδόν 10% των γυναικών και 5% των ανδρών δηλώνουν άμεσα ότι η πολιτική δεν τους αφορά, ή δεν τους αφορά αρκετά («Ησυχία να υπάρχει. Όποιος και να ’ναι στην εξουσία, για μένα το ίδιο είναι», λέει χαρακτηριστικά γυναίκα 45 ετών). Αναδύεται, όπως βλέπουμε, μια εικόνα της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας η οποία εμπλουτίζεται και διευκρινίζεται όλο και περισσότερο, όσο εμβαθύνουμε στην ανάλυση των απαντήσεων.

politismiki pantelidou 134

Πέρα από την περιπτωσιολογία, είναι φανερό από τα στοιχεία ότι η πολιτική προσλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό ως διεργασία «τακτοποίησης» μεμονωμένων ατόμων και συνεπώς το πολιτικό ενδιαφέρον εκφράζει την αγωνία της επίλυσης ατομικών ή συχνότερα οικογενειακών προβλημάτων που σχετίζονται κυρίως με την εξεύρεση εργασίας. Συνέπεια αυτού είναι και η (μικρή σχετικά) διάδοση της αντίληψης της εμπλοκής στην πολιτική διαδικασία από προσωπική υποχρέωση, και βέβαια της μη εμπλοκής όταν δεν υπάρχει τέτοια «υποχρέωση»: «Δεν μας έχει βοηθήσει κανένας και δεν έχουμε υποχρέωση σε κανέναν», δηλώνει νοικοκυρά 63 ετών που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την πολιτική. Και άλλη 66 ετών: «...έχω σπάσει το πόδι μου και κανείς δεν έτρεξε. Ποια πολιτική τότε;»

Ο συγκυριακός ή τυχαίος χαρακτήρας του ενδιαφέροντος για την πολιτική είναι φανερός και σε δύο άλλες κατηγορίες απάντησης που αναφέρονται αφενός αρνητικά στην πολιτική συγκυρία της εποχής[133] και αφετέρου αιτιολογούν το πολιτικό ενδιαφέρον μέσω της ύπαρξης κομματικής ταύτισης ή «πολιτικοποίησης», αναστρέφοντας κατά κάποιο τρόπο το σχηματικό πρότυπο Α προς Β και υποστηρίζοντας την κατεύθυνση Β προς Α[134]. Το πρωθύστερο αυτό σχήμα είναι εν μέρει φανερό και σε απαντήσεις που υπογραμμίζουν ότι «αφού από την πολιτική είχαμε όφελος, άρα τώρα ενδιαφερόμαστε»: «Γιατί οι άλλοι δεν μου κόβανε μισθό, παρόλο που είμαι ανάπηρος, ενώ ο Παπανδρέου μου έδωσε» δηλώνει συνταξιούχος 59 ετών που ενδιαφέρεται πλέον αρκετά για την πολιτική[135].

Οι κατηγορίες απάντησης στις οποίες διαφαίνεται η διάσταση του συλλογικού και του δημόσιου χαρακτήρα της πολιτικής που αφορά όλους, συνεπώς και τον/ην ερωτώμενο/-η ως μέλος ενός συνόλου, στις οποίες παράλληλα υπάρχουν απαντήσεις δηλωτικές της αντίληψης της κυριαρχίας του πολιτικού και της πολιτικής στην καθημερινή ζωή, είναι κατά βάση τρεις: το πολιτικό ενδιαφέρον αιτιολογείται με αναφορά σε θέματα δημόσιου συμφέροντος[136], με αναφορά στο ότι «η πολιτική μας αφορά όλους» και με υπογράμμιση της «κυριαρχίας του πολιτικού»[137]. Στις τρεις αυτές κατηγορίες απάντησης, οι οποίες συγκεντρώνουν 19,7% των γυναικών και 28,2% των ανδρών, διαφαίνεται κυρίως αυτό που συμβατικά μπορούμε να ορίσουμε ως πολιτική πρόσληψη της πολιτικής. Στις υπόλοιπες τέσσερις, στις οποίες δεν αναφερθήκαμε ακόμη, διαφαίνεται κυρίως η αρνητική πρόσληψη της πολιτικής: Είτε λόγω απογοήτευσης («Τώρα δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτε γιατί όσο και να πάλεψα δεν έγινε τίποτε», δηλώνει συνταξιούχος 64 ετών), και αίσθησης ότι το ενδιαφέρον είναι μάταιο («Όποιος και να έρθει είναι το ίδιο για μας» λέει γυναίκα 66 ετών), είτε λόγω δυσπιστίας απέναντι σε πολιτικά πρόσωπα («Οι πολιτικοί είναι απατεώνες»), άρα ταυτίζοντας ανθρωπομορφικά την πολιτική με τους πολιτικούς, είτε ταυτίζοντας την πολιτική με όλα τα αρνητικά στερεότυπα που της αποδίδονται[138], προδίδοντας ταυτόχρονα τις ισχυρές ιστορικές κοινωνικοποιητικές εμπειρίες που σφραγίζουν την ελληνική πολιτική κουλτούρα, είτε τέλος λόγω πλήρους απόρριψης, για διάφορους λόγους, της πολιτικής διαδικασίας[139]. Και σε αυτές τις απαντήσεις, πέρα από τα στερεότυπα και τις αξιολογήσεις, διαφαίνεται η πρόσληψη της πολιτικής ως διαδικασίας η
οποία μπορεί να αφορά ή να μην αφορά τους/ις πολίτες, οι οποίοι/-ες επιλέγουν να εμπλακούν ή να μην εμπλακούν. Αλλά και αν εμπλακούν, αυτό είναι ενίοτε μάταιο: «Είμαι απογοητευμένος» δηλώνει χειριστής υπολογιστών 34 ετών, «έχω ψηφίσει όλα τα κόμματα και δεν έχω δει από κανένα τίποτε».

politismiki pantelidou 135

Είναι ενδιαφέρον ότι σε αυτή την κατηγορία των απογοητευμένων και αυτών που έχουν την αίσθηση της ματαιότητας του πολιτικού ενδιαφέροντος, ενώ συχνά κωδικογραφούνται απαντήσεις που εντυπωσιάζουν με τις έντονα συναισθηματικές αιχμές τους που ενδεχομένως υποκρύπτουν ταξική λογική («ο φτωχός γεννιέται φτωχός και φτωχός πεθαίνει. Δεν υποστηρίζεται από κανέναν», λέει γυναίκα έμπορος 48 ετών), υπάρχουν και άλλες που ξενίζουν γιατί υποδηλώνουν αναμονές από την πολιτική διαδικασία που δεν είναι ενδεχομένως εύκολα κατανοητές από όλους/-ες: «Κανένας δεν μας δίνει να φάμε, γιατί να ανακατευτούμε;» ρωτάει αγρότης 50 ετών. Και νοικοκυρά 59 ετών: «Τι να σ’ ενδιαφέρει; Άμα δεν δουλέψουμε δεν κάνουμε τίποτε». Άλλη γυναίκα, 62 ετών, συνταξιούχος: «Όποιος και να ’ρθει στην Ελλάδα, εμείς πάντα θα εργαζόμαστε». Και άνδρας 67 ετών: «Ή ΠΑΣΟΚ να βγει ή άλλο, δεν με νοιάζει. Αν δεν δουλέψω δεν τρώω». Το κοινό σημείο σε όλες αυτές τις απαντήσεις, αλλά και σε πολλές άλλες που κωδικογραφούνται τόσο στην κατηγορία «απογοήτευση» όσο και στην κατηγορία «δεν με αφορά», είναι η σύνδεση της υποχρέωσης για δουλειά με την αναίρεση του πολιτικού ενδιαφέροντος. Τι υπονοείται όμως στις απαντήσεις αυτές, και πώς προσλαμβάνεται η πολιτική από τα άτομα που διατυπώνουν τέτοιου τύπου απάντηση; Γιατί θα έπρεπε η πολιτική να εξασφαλίζει τους όρους διαβίωσης χωρίς την κοινωνική εισφορά του ατόμου με τη μορφή της εργασίας, ώστε να είναι αυτή άξια επίδειξης ενδιαφέροντος εκ μέρους των πολιτών; Το ότι αντιλήψεις τέτοιου τύπου εμφανίζονται κυρίως στον αγροτικό χώρο, όπου οι συνθήκες εργασίας είναι συχνά σκληρές, αποτελεί εν μέρει μόνο στοιχείο απάντησης στα παραπάνω ερωτήματα. Ωστόσο, αυτό που είναι φανερό είναι η απολιτική πρόσληψη της πολιτικής, που χαρακτηρίζει και αυτή την κατηγορία απαντήσεων, μια πρόσληψη που ανάγει την πολιτική σε διαδικασία ατομικής επίλυσης μεμονωμένων προβλημάτων, την οποία αν δεν μπορεί να επιτύχει, δεν είναι άξια κινητοποίησης του ενδιαφέροντος των πολιτών. Ο συλλογικός κοινωνικός χαρακτήρας του πολιτικού χάνεται, ενώ η ίδια η «ουσία» του πολιτικού, δηλαδή η συλλογικότητα, αναιρεί τη βαρύτητά του: «Δεν με νοιάζει» λέει γυναίκα 39 ετών που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την πολιτική. «Αν γίνει κάτι καλό θα ’ναι και για μένα. Αν γίνει κάτι κακό θα ’ναι για όλους».

Αν προβούμε σε μια συμβατική κατάταξη των απαντήσεων που ήδη μελετήσαμε, με βάση το στοιχείο που διαφαίνεται ως κεντρικό στην κάθε απάντηση ως προς τη συνολική πρόσληψη της πολιτικής, κατηγοριοποίηση χωρίς στατιστικές αξιώσεις στο μέτρο που το σημείο αναφοράς σε κάθε κατηγορία διαφέρει και δεν αποκλείει τη συνύπαρξη στην ίδια απάντηση δύο διαφορετικών τύπων αντιλήψεων, παρατηρούμε το εξής:

Πίνακας 8.2.2.

Κατηγορίες αντιλήψεων για την πολιτική

  Γυναίκες Άνδρες
 α) «Πολιτική» πρόσληψη της πολιτικής: συλ­λογική διάσταση, δημόσιο συμφέρον, κυριαρ­χία της σε όλους τους τομείς της ζωής  19,7%  28,2%
 β) Η πολιτική ως θέαμα  18,1%  13,8%
 γ) Η πολιτική ως μέσο επίλυσης ατομικών/  οικογενειακών προβλημάτων  8,8%  12,3%
 δ) Η πολιτική ως τυχαίο ή συγκυριακό αντικεί­μενο ενδιαφέροντος  8,3%  10,2%
 ε) Η πολιτική ως διαδικασία που αφορά επι­λεκτικά ορισμένους/-ες (όχι τον ερωτώμενο)  23,5%  10,7%
 στ) Η πολιτική στις αρνητικές της συνδηλώσεις  15,1%  19,9 %

 

Ο συμβατικός και χωρίς στατιστικές αξιώσεις χαρακτήρας της κατάταξης που χρησιμοποιείται διότι βοηθά στην εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς το συνολικό χαρακτήρα της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, αναφέρεται στη διαπλοκή των παραγόντων που εμπλέκονται ενίοτε στη διατύπωση της συνολικής αντίληψης περί πολιτικής. Για παράδειγμα, στην κατηγορία «η πολιτική ως διαδικασία που αφορά επιλεκτικά ορισμένους» είναι εμφανής σε μεγάλο ποσοστό και η πρόσληψη της πολιτικής ως «μέσου επίλυσης ατομικών οικογενειακών προβλημάτων», αφού συχνά τονίζεται ότι η πολιτική δεν αφορά τον/ην ερωτώμενο/-η, με την αιτιολογία ότι δεν έχει παιδιά ή εγγόνια που αναζητούν δουλειά, ενώ αντίθετα όσοι έχουν συνθέτουν τις κατηγορίες ατόμων τα οποία αφορά η πολιτική. Στην περίπτωση αυτή η σχετική απάντηση κατατάσσεται στην κατηγορία ε) γιατί κρίθηκε ότι αυτή η διάσταση υπογραμμίζεται κυρίως, ενώ σίγουρα νοηματικά ανήκει (χωρίς όμως να περιέχεται στο σχετικό ποσοστό) και στην κατηγορία γ). Αντίστοιχη παρατήρηση μπορούμε να κάνουμε (όπως είδαμε και στην ανάλυση του Πίνακα 8.2.1) για την κατηγορία «πολιτική ως θέαμα». Εξάλλου, με το χαρακτηρισμό ως «πολιτικών» των αντιλήψεων που κατατάσσονται στην πρώτη κατηγορία δεν υπονοώ ότι είναι εντελώς ανύπαρκτες «πολιτικές» προσλήψεις της πολιτικής διαδικασίας σε άλλες κατηγορίες απάντησης, και ειδικότερα στη στ). Η αίσθηση ματαιότητας του πολιτικού ενδιαφέροντος για παράδειγμα, όταν διατυπώνεται από άτομα που εκπροσωπούν συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες, είναι δυνατό να είναι αποτέλεσμα πολιτικών νοητικών διεργασιών που απορρέουν από την ατομική ιστορία του/ης ερωτωμένου/-ης. Αντίστοιχα, η αίσθηση ότι «η πολιτική, όπως είναι σήμερα, δε με ενδιαφέρει», η οποία προδίδει απογοήτευση, μπορεί και αυτή να απορρέει από πολιτική αμφισβήτηση του υπάρχοντος κυρίαρχου συστήματος πολιτικών αξιών, όπως επίσης είναι θεμιτό να υποθέσουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, σε σχετικές απαντήσεις γυναικών, υφέρπει και κριτική στην ανδροκεντρική δομή του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, τέτοιου τύπου αντιλήψεις αποτελούν μικρή μειονότητα στην κατηγορία όπου εντάσσονται (ενώ από τα παραδείγματα απαντήσεων της κατηγορίας αυτής που είδαμε, προκύπτει ότι τόσο η απογοήτευση όσο και η ματαιότητα παραπέμπουν συνήθως σε ατομοκεντρική και όχι σε κοινωνιοκεντρική πρόσληψη της πολιτικής), και σίγουρα δεν αλλοιώνουν την υπόθεση ότι η μόνη κατηγορία στην οποία η μεγάλη πλειονότητα των απαντήσεων υποδηλώνει την πρόσληψη της πολιτικής στη συλλογική και δημόσια διάστασή της είναι η πρώτη[140].

politismiki pantelidou 136

Όπως βλέπουμε στον Πίνακα 8.2.2, στην κατηγορία αυτή κατατάσσονται σημαντικά μαζικότερα άνδρες από ό,τι γυναίκες, στοιχείο αναμενόμενο αφού εναρμονίζεται με τα κοινωνικά πρότυπα και τους διαφοροποιημένους έμφυλους ρόλους στον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο. Παράλληλα, υπεραντιπροσωπεύονται τα άτομα 30-44 ετών, τα οποία κατά 32,2% στους άνδρες και κατά 22,1% στις γυναίκες διατυπώνουν αυτό που αποκαλέσαμε «πολιτική» πρόσληψη της πολιτικής, καθώς και τα άτομα με υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο: Αν στους άνδρες οι αναλφάβητοι και όσοι έχουν φοιτήσει σε μερικές τάξεις του δημοτικού εκφράζουν τη σχετική αντίληψη κατά 16,5%, οι πτυχιούχοι πανεπιστημίου έχουν ποσοστό 46,2%, ενώ στις γυναίκες τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 13,4% και 35,1%. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι σε αυτή την κατηγορία αντιλήψεων εμφανίζονται και οι μεγαλύτερες διαφορές στη διάδοση ανάλογα με το εκπαιδευτικό επίπεδο, ενώ παράλληλα η ηλικιακή κατηγορία στην οποία υπεραντιπροσωπεύεται η σχετική αντίληψη είναι ενδεικτική των επιδράσεων της «γενιάς» (βλ. παραπάνω Κεφάλαιο 6.1), στη διαμόρφωση πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων: Πρόκειται για άτομα που έχουν έντονες πρώιμες ή εφηβικές κοινωνικοποιητικές εμπειρίες από τη δικτατορία, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, την πρώτη περίοδο της Μεταπολίτευσης κ.λπ.

Ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις σε σχέση με το φύλο εμφανίζονται και στην κατηγορία των αντιλήψεων που περιορίζουν την πολιτική σε αντικείμενο ενδιαφέροντος για ορισμένους και όχι για όλους, όπου κυριαρχούν οι ηλικιωμένες γυναίκες (27% της κατηγορίας τους, έναντι 18% για τις γυναίκες 30-44 ετών) και οι πολύ νέοι άνδρες (16,0% της κατηγορίας τους, έναντι 10,8% για τους άνδρες άνω των 60), ενώ γενικότερα σε αυτή την κατηγορία αντιλήψεων εμφανίζεται και η μεγαλύτερη διαφοροποίηση στη διάδοση ανάλογα με το φύλο. Το στοιχείο αυτό είναι βέβαια αναμενόμενο, με βάση τη σεξιστική δομή των εξουσιαστικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα, και συγκεκριμένα με βάση τις συνδηλώσεις της σχετικής έννοιας η οποία κυριαρχικά παραπέμπει στο ανδρικό φύλο. Παράλληλα, το εκπαιδευτικό επίπεδο διαφοροποιεί εντονότατα το βαθμό διάδοσης της αντίληψης αυτής στις γυναίκες ιδιαίτερα: 34,3% για τις αναλφάβητες και 11,3% για τις πτυχιούχους. Στους άνδρες η εικόνα είναι λιγότερο σαφής, πάντως η τάση παραμένει η ίδια: Τα άτομα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο έχουν (εύλογα) λιγότερο την αίσθηση ότι την κατηγορία στην οποία ανήκουν δεν την αφορά η πολιτική διαδικασία.

Όπως βλέπουμε στον Πϊνακα 8.2.2, αρνητικές συνδηλώσεις στην πολιτική διαβλέπουν περισσότερο οι άνδρες από τις γυναίκες, και ιδιαίτερα οι πολύ νέοι (22,8%) ενώ, αντίθετα, στις ηλικιακές κατηγορίες των γυναικών υπερέχουν αυτές των 30-44 ετών (19,3%). Και στους δύο ωστόσο, τα άτομα με μερική ή πλήρη μέση εκπαίδευση παρουσιάζουν τα υψηλότερα σχετικά ποσοστά. Τα άτομα που προσλαμβάνουν ατομοκεντρικά την πολιτική διαδικασία, και τα οποία δηλώνουν ότι ενδιαφέρονται για την πολιτική με στόχο την επίλυση ατομικών ή οικογενειακών τους προβλημάτων, είναι λίγο περισσότερο ανδρικού γένους και κυρίως μέσης ηλικίας: Στις γυναίκες 45-59 ετών το ποσοστό ανέρχεται σε 10,8% (έναντι 6,6% για τις πολύ νέες) και στους άνδρες 30-44 φτάνει στο 14,2%, ενώ χαμηλότερο είναι στην τρίτη ηλικία (10,4%). Η διασταύρωση με το εκπαιδευτικό επίπεδο παρουσιάζει στην περίπτωση της αντίληψης αυτής ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί εμφανίζει τιμές με τη μορφή της ανεστραμμένης καμπύλης: Σε γυναίκες και άνδρες εμφανίζονται υψηλά σχετικά ποσοστά στα χαμηλότερα εκπαιδευτικά επίπεδα (8,9% και 9,3% των γυναικών αναλφάβητων και αποφοίτων δημοτικού καθώς και 13,4% και 13,7% των αντίστοιχων ανδρών διατυπώνουν τη σχετική αντίληψη), ενώ στα άτομα με μέση εκπαίδευση τα ποσοστά μειώνονται για να αυξηθούν και πάλι, και μάλιστα σε υψηλότερο επίπεδο, στο άλλο άκρο του συνεχούς: 13,7% των γυναικών και 16,3% των ανδρών πτυχιούχων ανωτάτων σχολών διετύπωσαν αυτή την ατομοκεντρική αντίληψη για την πολιτική διαδικασία.

politismiki pantelidou 137

Αλλά θα πρέπει να τονιστεί πως η ατομοκεντρική πρόσληψη της πολιτικής ξεπερνά κατά πολύ τα συμβατικά ποσοστά που εμφανίζονται στην κατηγορία γ) του Πίνακα 8.2, αφού εκφράζεται σε σημαντικό βαθμό έκδηλα και στις κατηγορίες δ) και ε). Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι με άλλη κατάταξη η κατηγορία αυτή θα εμφανιζόταν ως η μαζικότερη, αφού κατά μέσο όρο θα πλησίαζε το 30%. Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό ότι, αν στο σύνολο του δείγματος το 53,5% των ανδρών και το 58% των γυναικών δηλώνει ότι διαμορφώνει την ψήφο του σύμφωνα με το ποιο κόμμα «θα ευνοήσει περισσότερο τα προσωπικά και οικογενειακό συμφέροντα», το ποσοστό αυτό μεγιστοποιείται -ιδιαίτερα στους άνδρες- στην κατηγορία αντιλήψεων για την πολιτική ως μέσου επίλυσης ατομικών οικογενειακών προβλημάτων (60,3% των ανδρών, 58,4% των γυναικών) και κυρίως σε αυτήν που αναφέρεται στο ότι η πολιτική αφορά επιλεκτικά ορισμένους και όχι όλους (64,4% των ανδρών και 65,4% των γυναικών). Στην τελευταία κατηγορία γυναικών διαφαίνεται ακόμα εντονότερα η οικογενειοκεντρική πρόσληψη της πολιτικής και από το ότι συνθέτουν τη μαζικότερη κατηγορία στην απόλυτη αποδοχή της αντίληψης ότι «σε μια οικογένεια η γυναίκα πρέπει να ψηφίζει το ίδιο κόμμα που ψηφίζει και ο άνδρας της» με ποσοστό 23,6% (μέσος όρος γυναικών δείγματος: 15,5%).

Αν επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας στις τρεις πρώτες κατηγορίες αντιλήψεων του Πίνακα 8.2.2 και διερευνήσουμε την ενδεχόμενη συσχέτιση του τύπου της αντίληψης για την πολιτική με άλλες επιμέρους πολιτικές στάσεις ή αντιλήψεις, παρατηρούμε το εξής: Στους άνδρες που δηλώνουν «μάλλον αριστεροί»[141] το 38,6% προσλαμβάνει την πολιτική στη δημόσια και συλλογική της διάσταση, το 14,4% τονίζει τη διάσταση του θεάματος και το 11,6% διατυπώνει ατομοκεντρική αντίληψη της πολιτικής (με αφορά προσωπικά). Τα αντίστοιχα ποσοστά στους άνδρες που δηλώνουν «μάλλον δεξιοί» είναι: 21,6%, 11,9% και 14,1%. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στους «μάλλον αριστερούς» άνδρες η σαφώς πλειοψηφούσα αντίληψη είναι αυτή που ονομάσαμε «πολιτική» (38,6%), ενώ στους «μάλλον δεξιούς» έρχεται δεύτερη, με πρώτη την αντίληψη της πολιτικής στις αρνητικές της συνδηλώσεις (Υπενθυμίζω ότι τα στοιχεία είναι του 1988, η δε συγκυρία παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωσή τους). Στις γυναίκες που δηλώνουν «μάλλον αριστερές» το 28,3% διατυπώνει αντίληψη την οποία κατατάσσουμε στην κατηγορία των «πολιτικών» αντιλήψεων, το 17,4% προσλαμβάνει την πολιτική ως θέαμα και το 10,5% υπογραμμίζει τη διάσταση του προσωπικού συμφέροντος. Τα αντίστοιχα ποσοστά στις «δεξιές» γυναίκες ανέρχονται σε 16,6%, 17,4% και 8,3%. Αν όμως στις αριστερές γυναίκες, όπως και στους αντίστοιχους άνδρες, κυριαρχεί η «πολιτική» πρόσληψη της πολιτικής, στις δεξιές κυριαρχούν (με 26,5%) οι αντιλήψεις που αναφέρονται στο ότι «η πολιτική αφορά επιλεκτικά ορισμένους», αφού σε αυτή την κατηγορία γυναικών είναι πιο διαδεδομένη η παραδοσιακή αντίληψη για το ασυμβίβαστο της σχέσης γυναίκες-πολιτική. Γενικότερα, είναι φανερό και ότι η κοινωνιοκεντρική πρόσληψη της πολιτικής, όπου υπογραμμίζεται η διάσταση του δημοσίου και του συλλογικού, ανήκει περισσότερο στις ιδεολογικές αναπαραστάσεις των ατόμων, γυναικών και ανδρών που δηλώνουν «μάλλον αριστεροί/-ές».

Ωστόσο, φαίνεται ότι το φύλο διαφοροποιεί τον τρόπο με τον οποίο συσχετίζεται ο τύπος της γενικής αντίληψης για την πολιτική με το κατά πόσον έχει το άτομο την αντίληψη ότι οι πολιτικές αποφάσεις επηρεάζουν πολύ τη ζωή του[142]: Οι γυναίκες που προσλαμβάνουν την πολιτική ως θέαμα εκφράζουν τη σχετική αντίληψη κατά 27,6%, όσες αναφέρονται στη δημόσια και συλλογική διάσταση της πολιτικής κατά 39,6% και όσες αναφέρονται στην ικανοποίηση των ατομικών τους συμφερόντων κατά 41,4%. Στους άνδρες οι διακυμάνσεις είναι μικρότερες: Τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 44,1%, 50,4% και 46,2%, δηλαδή τα υψηλότερα εμφανίζονται στην κατηγορία των αντιλήψεων που τονίζει τη δημόσια/συλλογική διάσταση της πολιτικής. Όπως βλέπουμε, η μη «πολιτική» πρόσληψη της πολιτικής με σημείο αναφοράς το βαθμό επίδρασης των πολιτικών αποφάσεων στην καθημερινή ζωή, από τα άτομα που την αντιλαμβάνονται κυρίως ως θέαμα, είναι εμφανέστερη στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες. Εξάλλου, συνεπείς προς τη γενικότερη αντίληψή τους περί πολιτικής, οι άνδρες που κατατάσσονται στην κατηγορία «η πολιτική ως μέσο επίλυσης ατομικών/οικογενειακών προβλημάτων» επιλέγουν ως κριτήριο επιλογής κόμματος (μεταξύ άλλων κριτηρίων) και το πόσο το Α κόμμα θα ευνοήσει περισσότερο τα προσωπικά και οικογενειακά τους συμφέροντα κατά 60,3%, ενώ στην ίδια επιλογή προβαίνουν κατά 44,6% οι άνδρες που κατατάσσονται στην κατηγορία «πολιτική» πρόσληψη της πολιτικής, με τα αντίστοιχα ποσοστά στις γυναίκες να ανέρχονται σε 58,4% και 48,6%.

politismiki pantelidou 138

Τελειώνοντας αυτή την ενότητα για τις κατηγορίες αντιλήψεων για την πολιτική, είναι χρήσιμο να επανέλθουμε στο πολιτικό ενδιαφέρον και να δούμε σε ποιο βαθμό συντείνουν οι διάφορες κατηγορίες αντιλήψεων για την πολιτική στις διαβαθμίσεις πολιτικού ενδιαφέροντος, ώστε να ελέγξουμε την υπόθεση ότι υψηλό επίπεδο πολιτικού ενδιαφέροντος δε σημαίνει αναγκαστικά υψηλό επίπεδο «πολιτικότητας» στην αντίληψη περί πολιτικής. Πράγματι, βλέπουμε ότι από τα άτομα που δηλώνουν μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον, όπως και από όσα δηλώνουν αρκετό, λιγότερα από τα μισά (47,9% και 40,5% αντίστοιχα στους άνδρες και 39,3% και 37,8% στις γυναίκες) παραπέμπουν σε μια έννοια της πολιτικής που συνδέεται με το δημόσιο και το συλλογικό. Παράλληλα, στα ίδια επίπεδα πολιτικού ενδιαφέροντος κατατάσσονται άνδρες που προσλαμβάνουν την πολιτική ως θέαμα κατά 10,4% και 24,6%, όπως και γυναίκες κατά 25,5% και 30,2%. Τα άτομα που αντιλαμβάνονται την πολιτική ως μέσο επίλυσης ατομικών προβλημάτων κατατάσσονται στην κατηγορία όσων δηλώνουν μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον κατά 18,5% και αρκετό κατά 16,4% αν είναι άνδρες, και αντίστοιχα κατά 15% και 16,3% αν είναι γυναίκες. Αλλά και άτομα που τροφοδοτούν την κατηγορία αντιλήψεων περί πολιτικής ως συγκυριακού ή τυχαίου αντικειμένου ενδιαφέροντος τροφοδοτούν αρκετά μαζικά τις δύο κατηγορίες πολιτικού ενδιαφέροντος: Κατά 19,3% και 7,9% αν είναι άνδρες και κατά 15,7% και 7,7% αν είναι γυναίκες.

Είναι φανερό συνεπώς με βάση τα παραπάνω, ότι η δήλωση πολιτικού ενδιαφέροντος καθόλου δεν προδικάζει την «ποιότητα» του ενδιαφέροντος αυτού: Σαφώς λιγότεροι από τους μισούς άνδρες και ελαφρά περισσότερο από μία στις τρεις γυναίκες που ενδιαφέρονται για την πολιτική αντιλαμβάνονται το αντικείμενο του ενδιαφέροντός τους στη δημόσια και συλλογική διάστασή του. Είναι εξάλλου ενδεικτικό της συνολικής φυσιογνωμίας της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας ότι αν, παρ’ όλα αυτά, η μαζικότερη κατηγορία αντιλήψεων για την πολιτική είναι στους άνδρες όντως «πολιτική», αφού παραπέμπει στη δημόσια και συλλογική διάσταση της σχετικής διαδικασίας έστω με ποσοστό 28,2%, στις γυναίκες αντίθετα η μαζικότερη κατηγορία αντιλήψεων, με 23,5%, είναι αυτή που παραπέμπει στο ότι η πολιτική αφορά επιλεκτικά ορισμένους, και όχι τον/την ερωτώμενο/η. Πολίτες δευτέρας κατηγορίας, που μόνο κατ’ εξαίρεση γίνονται αποδεκτές στο πολιτικό παιχνίδι, και προς τις οποίες το κράτος της δεκαετίας του 1980, ως «αρωγός», απευθύνει μέτρα -τα οποία διευκολύνοντας την εκπλήρωση των παραδοσιακών τους ρόλων, τις νομιμοποιούν συγχρόνως, (Παντελίδου Μαλούτα, 1998)-, οι γυναίκες βρίσκονται μαζικότατα, τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά στο περιθώριο της πολιτικής διαδικασίας. Αν το στοιχείο αυτό αποτελεί σημαντικό δεδομένο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας της δεύτερης μεταπολιτευτικής δεκαετίας, το ίδιο σημαντικό είναι και το ότι, τόσο στο επίπεδο των διάχυτων κοινωνικών αντιλήψεων σχετικά με την «πολιτικοποίηση» των Ελλήνων όσο και σε αυτό των επιστημονικών, όταν παραπέμπουμε χωρίς διάκριση ως προς το φύλο (σε μια βαθύτατα σεξιστική κοινωνία) στο συγκριτικά υψηλό ποσοστό δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος που χαρακτηρίζει την ελληνική πολιτική κουλτούρα, γίνεται φανερός ο κυρίαρχος χαρακτήρας της υφέρπουσας ταύτισης: πολίτης = άνδρας.

politismiki pantelidou 139

Καταληκτικά, σε σχέση με το τι μας λένε τα υψηλά ποσοστά δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος για την ελληνική πολιτική κουλτούρα της δεκαετίας του 1980, πρέπει να τονίσουμε πρωταρχικά ότι, με τον τρόπο με τον οποίο συνήθως προσδιορίζονται ποσοτικά, κρύβουν μια άλλη πολύ σημαντικότερη όψη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας: αυτήν που αφορά το ότι η πρόσληψη της πολιτικής ως συγκρουσιακής κοινωνικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας τα διακυβεύματα αφορούν όλους/-ες/, δηλαδή αφορούν και τον καθένα/-μία ατομικά με την ιδιότητα τον μέρους του όλου, είναι μειονότητα στο επίπεδο των αντιλήψεων για την πολιτική και το «πολιτικό». Παρά τον πολυσήμαντο χαρακτήρα της σχετικής πρόσληψης, τον οποίο μαρτυρούν τα στοιχεία που είδαμε, είναι φανερό ότι μπορούμε να απομονώσουμε δύο συγκροτημένες συνιστώσεις της πλειοψηφούσας αντίληψης:

α) Την αντίληψη ότι η πολιτική δεν είναι για όλους, ή δεν είναι για όλους πάντα: Δεν είναι για όσους στερούνται κάποια ιδιότητα (μόρφωση, νεαρή ηλικία, ανδρικό φύλο κ.λπ.) και δεν είναι για όσους δεν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα (γι' αυτούς που είναι «τακτοποιημένοι» ή δεν έχουν παιδιά να «τακτοποιήσουν»). Εξάλλου, το πολιτικό ενδιαφέρον μπορεί να το καθορίζει η συγκυρία («τώρα πια δεν ενδιαφέρομαι»), ή η «τύχη» («έτσι έμαθα», ή «δεν έμαθα από μικρός»).

β) Την αντίληψη ότι η σχέση άτομο πολιτική είναι ιδιωτική και όχι δημόσια υπόθεση (να μου βρουν δουλειά, να με φροντίσουν όταν...), ενώ η εμπλοκή στην πολιτική διαδικασία δημιουργεί αναμονές έμπρακτης/άμεσης ανταπόδοσης, ή είναι απόρροια «υποχρέωσης» προς κάποιον που πρέπει να καταβληθεί στο πολιτικό πεδίο.

Αναφερόμενη στην έννοια της «ιδιωτικής» υπόθεσης θέλω να υπογραμμίσω την ανάγκη να αποφευχθεί σύγχυση με άλλη κατηγορία αντιλήψεων, όπου θα μπορούσε, δυνητικά, να εκφράζεται «πολιτική» πρόσληψη της πολιτικής στη βάση κατηγοριακών (ταξικών ή άλλων) συμφερόντων, και όχι με σημείο αναφοράς τη γενικευτική αντίληψη περί δημοσίου συμφέροντος. Δεν πρόκειται όμως εδώ γι' αυτό. Είναι ελάχιστα τα σπέρματα κοινωνικής (ταξικής) ανάλυσης/κριτικής τα οποία διαφαίνονται σε κάποιες αντιλήψεις για την πολιτική, στα οποία μάλιστα η διάκριση που κυρίως υπογραμμίζεται παραπέμπει στην τομή πλούσιοι/φτωχοί.

Είναι εξαιρετικής σημασίας, και μάλιστα ως σταθερά για τη σκιαγράφηση της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας και όχι ως συγκυριακή εκδήλωση, το ότι λιγότερο από μία στις πέντε γυναίκες και από έναν στους τρεις άνδρες τονίζουν τη συλλογική διάσταση της πολιτικής, το χαρακτήρα του δημοσίου συμφέροντος που εκφράζει και την κυριαρχική επίδρασή της σε όλους τους τομείς της ζωής. Κι αυτό διαψεύδει καταλυτικά το στερεότυπο περί «πολιτικοποιημένων Ελλήνων», προσβάλλοντας, παράλληλα, πορίσματα ερευνών που δεν προβάλουν αυτή τη διάσταση της δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος. Διότι, όπως φαίνεται αυτό που κυριαρχεί είναι αντίθετα μια απολιτική πρόσληψη της πολιτικής, με ποικίλες εκφράσεις, στην οποία χάνεται εντελώς το συλλογικό και το δημόσιο ως συστατικό στοιχείο της ουσίας του πολιτικού, η πολιτική μετατρέπεται σε διαδικασία ατομικής διαμεσολάβησης για την ατομική επίλυση ατομικών προβλημάτων (σφραγίδα του πελατειακού συστήματος στο επίπεδο των αντιλήψεων), ή σε τυχαίο και συγκυριακό αντικείμενο ενδιαφέροντος, όπως τόσα άλλα, που αφορά ορισμένους μόνο όταν για κάποιους λόγους «πρέπει να ενδιαφερθούν». Ή, τέλος, υποβιβάζεται σε θέαμα που το παρακολουθούμε στην τηλεόραση, κυρίως, το οποίο είναι έξω και μακριά από εμάς. Δηλαδή, τελικά, η πολιτική αποπολιτικοποιείται.

politismiki pantelidou 140

Συνεπώς, αν πράγματι από τις σημαντικότερες παραμέτρους της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας είναι το (υψηλό τη δεκαετία του 1980, αλλά πολύ χαμηλότερο στη συνέχεια) επίπεδο δηλώσεων πολιτικού ενδιαφέροντος, αυτό συμβαίνει κυρίως επειδή σε αυτό (αλλά και στις αιτιολογήσεις για την έλλειψή του) υποκρύπτεται σε μεγάλο βαθμό μια αντίληψη για την πολιτική που δεν την συνδέει κυρίως με τα «κοινά», αλλά (είτε θετικά είτε αρνητικά) με τα στενά «ιδιωτικά» συμφέροντα. «Μ’ ενδιαφέρει η πολιτική γιατί θέλω να βρω δουλειά» ή «Δεν μ’ ενδιαφέρει η πολιτική γιατί ούτως ή άλλως εγώ για να ζήσω πρέπει να δουλέψω». Πρόκειται για αρνητικά σχόλια για τη φυσιογνωμία της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, όσον αφορά τη λειτουργία της δημοκρατίας, με την εικόνα που προκύπτει να προβάλει μια περιοριστική, ιδιοτελή και ατομικιστική πρόσληψη της τελεολογίας της πολιτικής, η οποία αποπολιτικοποιεί τελικά εντελώς, όπως ήδη είπαμε, τη σχετική έννοια, ανάγοντας συγχρόνως τα δεδομένα περί υψηλού επιπέδου πολιτικού ενδιαφέροντος σε σχεδόν άχρηστα γενικευτικά στοιχεία χωρίς το αναμενόμενο κοινωνικό αντίκρισμα: Πάνω από τα μισά άτομα που απαντούν θετικά στην ερώτηση αν ενδιαφέρονται για την πολιτική, καθόλου δεν ενδιαφέρονται για τα κοινά, με το πολιτικό ενδιαφέρον γι' αυτά να υποδηλώνει αντίθετα ατομικό τρόπο προώθησης ατομικών συμφερόντων, ή το ρόλο του/ης θεατή/άτριας, καθορίζοντας παράλληλα και αντίστοιχους τύπους πολιτικής συμμετοχής.

Το αισιόδοξο σχόλιο θα ήταν ότι με τη μείωση στη δήλωση πολιτικού ενδιαφέροντος που σημειώθηκε τη δεκαετία του 1990 και την πρώτη δεκαετία του 2000, η διάδοση της «πολιτικής» πρόσληψης της πολιτικής στο σύνολο όσων δηλώνουν ότι ενδιαφέρονται για την πολιτική αυξήθηκε. Ίσως γιατί, με τις δομικές αλλαγές και την αντικατάσταση των γενεών, μειώθηκε η βαρύτητα της πελατειακής πρόσληψης των σχέσεων πολίτη και πολιτικού συστήματος, ενώ η δήλωση πολιτικής αδιαφορίας νομιμοποιήθηκε πλήρως ως σύγχρονη lifestyle επιλογή σε μια εκδοχή της κουλτούρας των νέων. Ωστόσο, αναμφίβολα εξακολουθεί να έχει σημαντικότατο ρόλο στην ελληνική πολιτική κουλτούρα αυτή η προνεωτερική αντίληψη για τη συλλογική συμβίωση, αντίληψη η οποία υποσκάπτει και στρεβλώνει τη δημοκρατία. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αναμφίβολα διακρίνονται εμπειρικά, και στην παρούσα διερεύνηση, στοιχεία μιας «παρωχημένης», αμυντικής κουλτούρας, η οποία εντοπίζεται στο κυρίαρχο σχετικό πρότυπο ανάλυσης (Διαμαντούρος, 2000), στο οποίο αναφερθήκαμε κριτικά στο Κεφάλαιο 7.1. Αλλά γίνεται επίσης φανερό ότι η τομή που προτείνεται μεταξύ μιας «παρωχημένης» και μιας «εκσυγχρονιστικής» πολιτικής (υπο)κουλτούρας δεν είναι δεσπόζουσα αυτοτελώς, ούτε τη δεκαετία του 1980, ούτε, κατά μείζονα λόγο, σήμερα. Αν, με βάση τα στοιχεία μας της δεκαετίας του 1980, η τομή γυναίκες/άνδρες είναι επίσης σημαντικότατη, κάτι που δεν ισχύει πλέον στον ίδιο βαθμό, η διάκριση Δεξιά/Αριστερά με όλες τις αξιακές της συνδηλώσεις εξακολουθεί, αν και με λειάνσεις (βλ. και παράκατω Κεφάλαιο 9.1), να είναι καθοριστική για τη βασικότερη, ίσως, τομή της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας: Αυτή που αναφέρεται σε μια ατομοκεντρική (στην ουσία ατομικίστικη και κοντόφθαλμα ιδιοτελή) αμυντική πρόσληψη της κοινωνικής συμβίωσης και, συνακόλουθα, της τελεολογίας της πολιτικής (που εκφράζεται με παραδοσιακό ή σύγχρονο μανδύα), σε αντιπαράθεση με μια άλλη πρόσληψη, συλλογική και κοινωνιοκεντρική, που εκφράζει αίσθηση δημοσίου συμφέροντος, αλληλεγγύη προς τους άλλους/-ες και επιδιώκει μια κοινωνική συμβίωση προς όφελος όλων. Και αυτή βεβαίως εκδηλώνεται με διαφορετικές εκδοχές.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 124-144

Σημειώσεις

[117] Η προβληματική για το πολιτικό ενδιαφέρον που ακολουθεί αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό την αντίστοιχη που αναπτύσσεται στο Παντελίδου Μαλούτα, 1990.

[118] Στην επιρροή των εργασιών του Bourdieu, κυρίως 1980, στην αναδιατύπωση της έννοιας της πολιτικής κουλτούρας, αναφέρομαι στο Παντελίδου Μαλούτα, 1987. Βλ. και παραπάνω, Κεφάλαιο 4.

[119] Όπως, για παράδειγμα, αυτό των Verba, Nie, Kim, 1978, ή, κατά μείζονα λόγο, των Barnes, Κaase, 1979.

[120] Συνηθισμένη αδυναμία των εμπειρικών μελετών που αναφέρονται στην πολιτική κουλτούρα αποτελεί η τάση να υποθέτουν την ύπαρξη ενός λειτουργικά ενοποιημένου συνόλου, μιας «εθνικής» πολιτικής κουλτούρας που έχει διαποτίσει αναλογικά όλες τις κοινωνικές κατηγορίες και στρώματα. Βλ. παραπάνω Κεφάλαιο 5.

[121] Για τις σχετικές βιβλιογραφικές αναφορές, βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1987, σσ. 31-47, όπου υπάρχει πληρέστερη ανάπτυξη και της δικής μου αντίληψης. Ειδικότερα για την κριτική μου σε ερωτηματολόγια συμπεριφορικής έμπνευσης, βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1990.

[122] Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και ότι, με βάση στοιχεία που συλλέχθηκαν μέσω ερωτηματολογίου που εκφράζει το κυρίαρχο αναλυτικό υπόδειγμα, είναι δυνατό να διαμορφωθούν γόνιμες προσεγγίσεις για επιμέρους πλευρές της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Βλ., για παράδειγμα, Καφετζής, 1988, και Μπεχράκης, Νικολακόπουλος, 1988.

[123] Με βάση στοιχεία της έρευνας του ΕΚΚΕ του 1988, όπου μπορούμε να διακρίνουμε τις διαφοροποιήσεις στη βάση απαντήσεων σε ανοιχτή ερώτηση. Όλα τα στοιχεία που ακολουθούν, αν δεν διευκρινίζεται το αντίθετο, απορρέουν από αυτό το ερευνητικό πρόγραμμα. Βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1990.

[124] Με βάση αδημοσίευτα στοιχεία της έρευνας του 1988. Για τις γυναίκες βλ. και Παναγιωτοπούλου, 1989, όπου υπάρχει σχετικά διαφορετική κατάταξη, αλλά και Παντελίδου Μαλούτα, 1992.

[125] Πρόκειται για στοιχεία από την έρευνα του ΕΚΚΕ του 1988, και συγκεκριμένα για απαντήσεις σε ανοιχτή ερώτηση που κωδικογραφήθηκαν σε κατηγορίες που κατασκευάστηκαν με βάση τις απαντήσεις που δόθηκαν.

[126] «Θέλω να μαθαίνω το καθετί. Δεν είμαστε ζώα», δηλώνει αγρότισσα 77 ετών που ενδιαφέρεται «αρκετά».

[127] Για παράδειγμα, αγρότισσα 33 ετών δηλώνει «Δεν έχω ώρα να καθίσω να χαζέψω με την πολιτική», απάντηση αρνητική ως προς το πολιτικό ενδιαφέρον (που κατατάσσεται στην κατηγορία 11) αλλά αντίστοιχη με τη θετική «εμένα όλα μ’ αρέσει να τα βλέπω. Όλα. Και έργα και ειδήσεις», που δίνει νοικοκυρά 61 ετών, ως προς την αναγωγή της πολιτικής σε θέαμα.

[128] Σημειώνω ενδεικτικά τρεις χαρακτηριστικές απαντήσεις της σχετικής κατηγορίας. Άνεργος 25 ετών, που ενδιαφέρεται πολύ για την πολιτική: «Με ενδιαφέρει πολύ γιατί ψάχνω να βρω καμιά δουλειά, αλλά δε βλέπω φως κι έτσι την βγάζω εδώ, στο χωριό». Νοικοκυρά 59 ετών που ενδιαφέρεται λίγο: «Εγώ θέλω να βγει ένας δικός μας βουλευτής από τα Τρίκαλα...». Νοικοκυρά 80 ετών που ενδιαφέρεται αρκετά: «Τι θα γίνει με τη νεολαία, ναρκωτικά, ανεργία. Έχω εγγόνια και θέλω να ξέρω».

[129] Αγρότης 34 χρονών που ενδιαφέρεται πολύ: «Μας έμεινε έτσι, από τον πατέρα μας. Εκείνος ενδιαφερόταν πολύ. Έτσι κι εμείς που τον ακούγαμε. Έτσι κάνω κι εγώ τώρα με τα παιδιά μου». Γυναίκα συνταξιούχος 72 χρονών: «Οι Βούλγαροι σκότωσαν τον πεθερό μου, οι κομμουνιστές τον πατέρα μου. Έτσι τώρα δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτε». Γυναίκα, υπάλληλος 29 ετών που ενδιαφέρεται πολύ: «Ο πατέρας μου είχε κάνει εξορία και ο άνδρας μου ήταν ανακατεμένος με το Πολυτεχνείο».

[130] «Δεν έχω ψηφίσει ακόμα ποτέ...». «Δεν μπορώ να μετακινηθώ για να πάω να ψηφίσω...», άρα δεν ενδιαφέρομαι.

[131] «Πού να ξέρουμε εμείς από πολιτική; Εμάς όποιος θέλει να μας κάνει καλό ή κακό, μας το κάνει» λέει γυναίκα 68 ετών. Και άλλη 74 ετών: «Δεν έχω άνδρα ή παιδιά να μπαίνουν να μου λένε. Στραβή είμαι χωρίς άνδρες».

[132] Είναι χαρακτηριστικό ότι το 53,1% των γυναικών των οποίων η απάντηση κατατάσσεται στην κατηγορία «έλλειψη πληροφόρησης/ανικανότητα παρακολούθησης» είναι πάνω από 60 ετών, ενώ σε μεγάλο αριθμό των σχετικών απαντήσεων υπάρχει συνδυασμένη αναφορά στο φύλο και την ηλικία. Παράλληλα, 53,8% των γυναικών των οποίων η απάντηση κατατάσσεται στην παραπάνω κατηγορία δηλώνουν αναλφάβητες ή ότι έχουν φοιτήσει σε μερικές τάξεις του δημοτικού.

[133] Νέος 28 ετών που δηλώνει ότι ενδιαφέρεται πολύ για την πολιτική: «Δεν βρίσκω δουλειά στα εργοστάσια γιατί οι κλαδικές του ΠΑΣΟΚ με κυνηγάνε».

[134] «Επειδή είμαι οργανωμένος και ενδιαφέρομαι γενικότερα να μαθαίνω», δηλώνει νέος 33 ετών, εργαζόμενος στα λατομεία της Κασσάνδρας, ενώ υπάλληλος 43 ετών: «Γιατί είμαι φανατικός λάτρης και υποστηρικτής της Ν.Δ».

[135] Αντίστοιχα, αγρότισσα 51 ετών που ενδιαφέρεται λίγο: «Γιατί πια τα καπνά τα πουλάμε στον οργανισμό καπνού και έχουμε τώρα και κέντρο υγείας. Ζωή να χαρίσει ο θεός στον Παπανδρέου».

[136] «Η ανάμειξη στην πολιτική είναι στοιχειώδης υποχρέωση του κάθε πολίτη. Είναι η ελάχιστη προσφορά στο κοινωνικό σύνολο...» δηλώνει νέα άνεργη 22 ετών που ενδιαφέρεται αρκετά για την πολιτική, και άλλη, 37 ετών: «Αγαπώ τον τόπο μου. Δεν θα μπορούσε να μη μ’ ενδιαφέρει».

[137] «Από την πολιτική εξαρτάται όλη μου η ζωή, στην εργασία, την κυκλοφορία, την ατομική ελευθερία κ.ά.» δηλώνει γυναίκα 48 ετών.

[138] «Άμα μπλεχτείς με πολιτικές μπορεί να σκοτωθείς, μαλώνεις, άλλος Καραμανλικός, άλλος Παπανδρεϊκός...», λέει άνεργος 60 ετών, ενώ ιδιοκτήτης ψησταριάς 50 ετών: «Λόγω επαγγέλματος δεν θέλω να χαρακτηρίζομαι... να τσακώνομαι...»

[139] «Είναι κακό πράγμα» δηλώνει συνταξιούχος, 77 ετών, ενώ γυναίκα ιδιωτικός υπάλληλος, 37 ετών, δηλώνει: «Είναι ένα παιχνίδι που παίζεται με όλα καθορισμένα εκ των προτέρων».

[140] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την κατηγοριοποίηση, βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1990.

[141] Η ακριβής διατύπωση της ερώτησης έχει ως εξής: «Αν θέλατε να χαρακτηρίσετε την πολιτική σας τοποθέτηση θα λέγατε ότι: είστε μάλλον αριστερός/-ή, μάλλον δεξιός/-ά, μάλλον κεντρώος/-α;».

[142] Η ακριβής διατύπωση της σχετικής ερώτησης έχει ως εξής: «Γενικά θα λέγατε ότι οι πολιτικές αποφάσεις επηρεάζουν τη ζωή σας: πολύ, αρκετά, λίγο, καθόλου;».

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Almond G.A., Verba S. (1963), The civic culture, Βoston, Little Brown.

Badie B., (1986), Culture et politique, Paris, Economica.

Barnes, S., Kaase, Μ. (1979), Political action, London, Sage.

Βεντούρης Ν. (1977), Πολιτική κουλτούρα, Αθήνα, Παπαζήσης.

Βούλγαρης, Γ. (2006), «Κράτος και κοινωνία πολιτών στην Ελλάδα. Μια σχέση προς επανεξέταση», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 28, σσ. 5-33.

Βούλγαρης, Γ. (2007), «Η Ελλάδα στον καθρέφτη της Ευρώπης», στο Καφετζής, Π., Μαλούτας, Θ., Τσίγκανου, Ι. (επιμ.), Πολιτική, Κοινωνία, Πολίτες: Αναλύσεις δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας-ESS, Αθήνα.

Βούλγαρης, Γ. (2008), Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση, Αθήνα, Πόλις.

Bourdieu P. (1980), Le sens pratique, Paris, Minuit.

Dalton, R.J. (2008) «Citizenship norms and the expansion of political participation», Political Studies 56, 1, σσ. 76-98.

Δεμερτζής, Ν. (1989), Κουλτούρα, νεωτερικότητα, πολιτική κουλτούρα, Αθήνα, Παπαζήσης.

Δεμερτζής, Ν. (1990), «Η ελληνική πολιτική κουλτούρα τη δεκαετία του ’80», στο Λυριντζής, Χ., Νικολακόπουλος, Η. (επιμ.), Εκλογές και κόμματα τη δεκαετία του ’80, Αθήνα, ΕΕΠΕ, Θεμέλιο.

Δεμερτζής, Ν. (επιμ.) (1994), Η ελληνική πολιτική κουλτούρα σήμερα, Αθήνα, Οδυσσέας.

Diamandouros, N. (1983), «Greek Political culture in transition. Historical origins, evolution, current trends», στο Clogg R. (επιμ.), Greece in the 80s, London, MacMillan.

Διαμαντούρος, N. (2000), Πολιτισμικός δυϊσμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, Αθήνα, Αλεξάνδρεια.

Du Boulay, J. (1976), «Lies, mockery and family integrity», στο Peristiany, J. (επιμ.), Mediterranean family structures, Cambridge, Cambridge University Press.

Herzfeld, M. (1986), «Within and without: The category of “female” in the Ethnography of Modern Greece», στο Dubisch, J., Gender and Power in Rural Greece, Princeton, Princeton University Press.

Herzfeld, M. (1992), Τhe social production of indifference, New York, Berg.

Hirschoon, R. (1992), «Greek adults’ verbal play or, How to train for caution», Journal of Modern Greek Studies 10, σσ. 35-56.

Inglehart, R. (1977), The silent revolution in Europe: Changing values and political styles among Western publics, Princeton, Princeton University Press.

Inglehart, R. (1990), Culture shift in advanced industrial society, Princeton, Princeton University Press.

Κακεπάκη, Μ. (2006), «Μεταβολές στην ελληνική πολιτική κουλτούρα, 1988-2005: Από τη γενιά του πολιτικού ενδιαφέροντος στη γενιά της πολιτικής αδιαφορίας;», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 28, σσ. 111-128.

Κακεπάκη, Μ. (2006β), Πολιτική επικοινωνία και πολιτική συμμετοχή: Χρήση ΜΜΕ, διαπροσωπικές επαφές και μορφές κινητοποίησης, Κείμενα Εργασίας 1, Έρευνα για τις Έμφυλες διαφορές στα πρότυπα πολιτικότητας, Εργαστήριο Ελληνικής Πολιτικής/Τμήμα ΠΕΔΔ.

Καφετζής, Π. (1988), «Ευρωπαϊκός Νότος: Σε αναζήτηση του πολίτη και της πολιτικής», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 69Α, σσ. 24-66.

Καφετζής, Π. (1994), «Πολιτική κρίση και πολιτική κουλτούρα. Πολιτική αποξένωση και ανάμΕιξη στην πολιτική. Μια ασύμβατη σχέση», στο Δεμερτζής Ν. (επιμ.), Η ελληνική πολιτική κουλτούρα σήμερα, Αθήνα, Οδυσσέας.

Καφετζής, Π. (1997), «Πολιτική επικοινωνία, πολιτική συμμετοχή και κρίση πολιτικής», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 9, σσ. 168-178.

Καφετζής, Π., Μαλούτας, Θ., Τσίγκανου, Ι. (επιμ.) (2007), Πολιτική, Κοινωνία, Πολίτες: Αναλύσεις δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας-ESS, Αθήνα, ΕΚΚΕ.

Καφετζής, Π. (2008), «Το ανέξοδο της πολιτικής κρίσης σε μια ιδιωτεύουσα πολιτική κουλτούρα», στο Κοντιάδης, Ξ., Ανθόπουλος, Χ., Κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος;, Αθήνα, Παπαζήσης.

Λυριντζής, Χ. (1990), «Μεθοδολογικά ζητήματα στη σύγχρονη πολιτική ανάλυση», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 75A, σσ. 58-70.

Macpherson, C.B. (1977), The life and times of liberal democracy, Oxford, Opus Books.

Mair, P. (2013), Ruling the void: The hollowing of western democracy, London, Verso.

Μεταξάς, Α.-Ι. Δ. 2(2008), «Μεταθέσεις εξουσίας στο ελληνικό πολιτικό σύστημα», στο Κοντιάδης, Ξ., Ανθόπουλος, Χ., Κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος;, Αθήνα, Παπαζήσης.

Μπεχράκης, Θ., Νικολακόπουλος, Η., 1988, «Κομματική επιλογή και αξιολόγηση των πολιτικών: μια κρίσιμη διάσταση του εκλογικού ανταγωνισμού», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 69Α, 1988, σσ. 82-125.

Μοσχονάς, Γ. (1994), «Η διαιρετική τομή Δεξιάς-Αντιδεξιάς στη Μεταπολίτευση», στο Δεμερτζής, Ν. (επιμ.), Η ελληνική πολιτική κουλτούρα σήμερα, Αθήνα, Οδυσσέας.

Nικολακόπουλος H., Παντελίδου Mαλούτα M. (1988), Έρευνα για την πολιτική συμπεριφορά των γυναικών, Tελική έκθεση, Aθήνα, EKKE/ΓΓI.

Νικολακόπουλος Η. (2007), «Εκλογές και ψηφοφόροι, 1974 2004: Παλιές ρήξεις και νέα ζητήματα», στο Featherstone, K. (επιμ.), Πολιτική στην Ελλάδα. Η πρόκληση του εκσυγχρονισμού, Αθήνα, Εκδόσεις Οκτώ.

Παναγιωτοπούλου, Ρ. (1989), «Απασχόληση και πολιτική συμπεριφορά των γυναικών: Μερικές προκαταρκτικές σκέψεις», Δίνη 4, 1989, σσ. 55-61.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (1986), Έκδηλη πολιτική κοινωνικοποίηση στην αρχή της εφηβείας, Αθήνα, Σάκκουλας.

Παντελίδου Μαλούτα Μ. (1987), Πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις στην αρχή της εφηβείας, Αθήνα, Gutenberg.

«Πολιτική κουλτούρα: Συγκριτικά στοιχεία και κριτικές προσεγγίσεις», (1990), Ειδικό τεύχος, Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών 75A.
«Πολιτική συμπεριφορά», (1988), Ειδικό τεύχος, Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών 69A.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (1990), «Ελληνική πολιτική κουλτούρα: Όψεις και προσεγγίσεις», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 75Α, σσ. 18-57.

Παντελίδου Mαλούτα, M. (1992), Γυναίκες και πολιτική: H πολιτική φυσιογνωμία των Eλληνίδων, Aθήνα Gutenberg.

Παντελίδου Mαλούτα, M. (1998), «ΠAΣOK και σύστημα σχέσεων των φύλων», στο Σπουρδαλάκης M. (επιμ), ΠAΣOK: Kόμμα – Kράτος − Kοινωνία, Aθήνα, Eκδόσεις Πατάκη.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ., Κακεπάκη, Μ. κ.ά. (2007), Έμφυλες διαφορές στα πρότυπα πολιτικότητας: διερεύνηση της εξέλιξης των διαφoρών στην ιδεολογική τοποθέτηση και την πολιτική συμπεριφορά ανάλογα με το φύλο στις νέες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, Έκθεση ολοκλήρωσης, Πυθαγόρας ΙΙ, Αθήνα, Τμήμα ΠΕΔΔ, Εργαστήριο Ελληνικής Πολιτικής.

Pantelidou Maloutas, M. (1989), «Age and political interest in Greek political culture», Workshop on West European Political Cultures in a Comparative Perspective, ECPR Joint sessions of workshops, Paris.

Sloam, J. (2013), «‘Voice and Equality’: Young People’s Politics in the European Union», West European Politics 36, 3, σσ. 1-23.

Τερλεξής, Π. (1975), Πολιτικοί προσανατολισμοί και κοινωνική αλλαγή, Αθήνα, ΕΚΚΕ.

Τερλεξής, Π. (1976), Πολιτική συμμετοχή στο σύγχρονο κράτος, Αθήνα, Καστανιώτης.

Τσαούσης, Δ. (1971), Μορφολογία της νεοελληνικής κοινωνίας, Αθήνα.

Τσαούσης, Δ. (1982), «Εκλογές και πολιτική παράδοση», Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, 2, 1982, σσ. 77-92.

Τσαούσης, Δ. (επιμ.) (1983), Ελληνισμός και ελληνικότητα, Αθήνα, Εστία.

Τσίγκανου, Ι. (επιμ.) (2010), Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα (ESS), Πορίσματα έρευνας πεδίου 4ου κύματος. Ελλάδα-Ευρώπη: Μια πρώτη ανάγνωση, Αθήνα, ΕΚΚΕ.

Τσουκαλάς, Κ. (1977), «Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», στο Κοντογιώργης, Γ. (επιμ.), Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, ΕΕΠΕ/Εξάντας.

Τσουκαλάς, Κ. (1981), Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος, Αθήνα, Θεμέλιο.

Τσουκαλάς, Κ. (1983), «Παράδοση και εκσυγχρονισμός: Μερικά γενικότερα ερωτήματα», στo Τσαούσης, Δ. (επιμ.), Ελληνισμός και ελληνικότητα, Αθήνα, Εστία.

Τσουκαλάς, Κ. (2010), Η επινόηση της ετερότητας, Αθήνα, Καστανιώτης.

Verba, S., Nie N., Kim J. (1978), Participation and political equality, Cambridge, Cambridge University Press.

Υφαντόπουλος, Γ. (2006), «Η Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα: Οργανωτική δομή και μεθοδολογικό πλαίσιο», Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη 1, 2, σσ. 75-91.

Χαραλάμπης, Δ. (1989), Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός, Αθήνα, Εξάντας.

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ