Menu
07 / 12 / 2019 - 04:36 am
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 143

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

Κεφάλαιο 9

Αναπαραγωγή και μετεξέλιξη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας: Ενδείξεις από την πολιτικότητα στην εφηβεία. Νέοι και νέες ως φορείς πολιτικής δράσης πριν και μετά την κρίση.

Ενδείξεις για την αναπαραγωγή και τη μετεξέλιξη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας με βάση συγκριτική αποτύπωση της πολιτικής φυσιογνωμίας μικρών εφήβων από την Αθήνα μιας τριακονταετίας (1982-2010). Από τους/ις συμμετοχικούς/-ές εφήβους/-ες της Μεταπολίτευσης στους/ις αποστασιοποιημένους/-ες, αλλά «σε ετοιμότητα» της πρώτης δεκαετίας του 2000. Η μεταβαλλόμενη πολιτικότητα των εφήβων ως προάγγελος αλλαγών. Η κοινωνική κατηγορία της «νεολαίας». Εξέλιξη της πολιτικότητας της νεολαίας, και η κρίση ως τομή. Αδιαμεσολάβητη πολιτική παρέμβαση και συμμετοχή στην καθιερωμένη λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η κρίση ως παράγοντας «επιστροφής της νεολαίας;».

9.1. Εικόνες από την πολιτική κοινωνικοποίηση στην εφηβεία κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες: Ενδείξεις μετεξέλιξης της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας.

Εκτός από το ότι η πολιτικότητα των εφήβων αποτελεί γόνιμο δείκτη της φυσιογνωμίας της πολιτικής κουλτούρας μιας κοινωνίας, δεχτήκαμε προηγουμένως τη σημασία της εφηβείας στη διαμόρφωση πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων, με βάση τη σταθερότητα που παρουσιάζουν αυτές όταν οι υπό διερεύνηση έφηβοι/-ες φτάσουν στην κατηγορία των ενηλίκων (Hooghe, Wilkenfeld, 2008). Αναφερθήκαμε δε στους/ις «εφήβους/-ες της Μεταπολίτευσης», αποκομίζοντας έτσι μια πρώτη εντύπωση για όψεις της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας της περιόδου (Κεφάλαιο 7.2). Θα αποπειραθούμε τώρα να δούμε τι μας λένε οι έφηβοι/-ες, της Αθήνας ιδιαίτερα, για τις συνολικές τάσεις εξέλιξης στην ελληνική πολιτική κουλτούρα, με βάση μια συγκριτική απεικόνιση της πολιτικής τους φυσιογνωμίας σε τρεις χρονικές στιγμές που καλύπτουν μια τριακονταετία. Στο βαθμό που έρευνες της πολιτικής κοινωνικοποίησης έχουν καταδείξει ότι βασικές πολιτικές και κοινωνικές στάσεις και προδιαθέσεις, οι οποίες διαμορφώνονται την περίοδο της εφηβείας, παραμένουν σχετικά σταθερές στο μέλλον χαρακτηρίζοντας μια συγκεκριμένη κατηγορία ηλικιών ως «πολιτική γενιά», τα ευρήματά μας μπορούν, όντως, να αξιοποιηθούν και ως προς την αποτύπωση ορισμένων τάσεων που υποδηλώνουν (και μας προϊδεάζουν για) γενικότερες πολιτισμικές αλλαγές στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας.

Με βάση στοιχεία από δείγμα εφήβων από τέσσερις συγκεκριμένες εκπαιδευτικές μονάδες στην Αττική, εξετάστηκαν συγκριτικά τρεις φορές, το 1982 (περίπτωση στην οποία αναφερθήκαμε στο Κεφάλαιο 7.2), το 1990 και το 2010[143], βασικές διαστάσεις της πολιτικής κοινωνικοποίησης στην εφηβεία σε διαφορετική γενιά εφήβων. Παράλληλα έγινε προσπάθεια να ανιχνευθούν ενδεχόμενες μεταβολές στην πολιτική κουλτούρα, όπως υποδηλώνουν αλλά και προδικάζουν οι μεταβαλλόμενες πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις των εφήβων την κάθε χρονική στιγμή. Η ανάλυση των πραγματολογικών δεδομένων της συγκριτικής αυτής έρευνας συνδέεται με την προβληματική περί «πολιτικής γενιάς» και αποσκοπεί στο να διατυπωθούν γενικότερες προτάσεις αναφορικά με τις δυναμικές που εμφανίζουν τα συστήματα διαμόρφωσης των πολιτικών και ιδεολογικών προδιαθέσεων σε βάθος χρόνου (Βλ. Παραπάνω Κεφάλαιο 6). Εξετάστηκε έτσι ο ρόλος που διαδραματίζουν κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες στην κοινωνικοποιητική διαδικασία, το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο της συγκυρίας που καθορίζει το κλίμα της περιόδου, καθώς και ο ρόλος σημαντικών κοινωνικοπολιτικών εμπειριών στη διαμόρφωση πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων. Τέλος, αναλύθηκαν οι βασικές ιδεολογικές κατευθύνσεις που διαμορφώνονται σταδιακά στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης των εφήβων, καθώς και τα θεμελιώδη στοιχεία της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά με τη μορφή «σταθερών», σε συνδυασμό με στοιχεία που καταδεικνύουν τη μετεξέλιξη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Στο κεφάλαιο 7.2, αναφερθήκαμε ήδη στην εικόνα που προβάλλουν, όσον αφορά την ελληνική πολιτική κουλτούρα της πρώτης περιόδου της Μεταπολίτευσης, οι έφηβοι/-ες του 1982. Στη συνέχεια θα δούμε τη διαδραστική σχέση των αλλαγών, δομικών, θεσμικών κ.λπ. που συντελούνται στη διάρκεια της τριακονταετίας, με τις πολιτισμικές συνιστώσες που συγκροτούν την πολιτική φυσιογνωμία των εφήβων που αποτυπώνει τις αλλαγές, ενώ συγχρόνως επιδρά σε αυτές.

politismiki pantelidou 142

Βασική υπόθεση εργασίας στην προσέγγιση αυτή αποτελεί η αντίληψη ότι αλλαγές στην πολιτική κουλτούρα μιας κοινωνίας, οι οποίες εκφράζουν αλλά και εκφράζονται ως αλλαγές στην πολιτική πραγματικότητα, επιδρούν ως σημαντικές κοινωνικοποιητικές συνιστώσες στην πολιτική φυσιογνωμία των ατόμων που βρίσκονται σε κρίσιμες φάσεις της διαμόρφωσης της πολιτικής προσωπικότητάς τους. Η αρχική εφηβεία (12-15 ετών) αποτελεί από αυτή την άποψη ιδιαίτερα γόνιμη ηλικιακή περίοδο, όπως ήδη είπαμε (Κεφάλαιο 2.4), διότι σε αυτή μπορούν αφενός να εκδηλωθούν στο επίπεδο των αντιλήψεων (αλλά και της συμπεριφοράς) οι πρώιμες κοινωνικοποιητικές επιδράσεις όπως έχουν αυτές αφομοιωθεί στην παιδική ηλικία, και αφετέρου να διαφανούν συγκροτημένες βασικές τάσεις που χαρακτηρίζουν, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ορισμένη ηλικιακή κατηγορία ως πολιτική γενιά. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι γνωρίσματα που είναι χαρακτηριστικά μιας «πολιτικής γενιάς» σε μια συγκεκριμένη ηλικιακή φάση, θα παραμείνουν αναλλοίωτα, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αναφερόμαστε στην εφηβεία ως αφετηριακό σημείο διαχρονικής σύγκρισης. Ωστόσο, ξέρουμε ότι και οι όποιες μεταβολές σε πολιτικά χαρακτηριστικά θα εγγραφούν στο πλαίσιο των βασικών προδιαθέσεων που δημιουργούνται πολύ νωρίς στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης, και οι οποίες αφήνουν ανεξάλειπτα ίχνη στη συνολική πολιτική φυσιογνωμία διαφορετικών ηλικιακών ομάδων, που αποκαλούμε πολιτικές γενιές (βλ. Κεφάλαιο 2.4 και 6.1).

Γνωρίζουμε ότι με τη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά η πολιτική κουλτούρα μιας κοινωνίας, σύμφωνα με την κλασική σχετική υπόθεση (βλ. παραπάνω Κεφάλαιο, 2.1), χωρίς όμως η μεταβίβαση αυτή να έχει ως αποτέλεσμα την απλή αναπαραγωγή της πολιτικής κουλτούρας μιας κοινωνίας: Μέσω της διαδικασίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης δημιουργούνται και οι προϋποθέσεις μετεξέλιξης της πολιτικής κουλτούρας, οι οποίες εκδηλώνονται και με αλλαγές στην πολιτική συμπεριφορά και έχουν έτσι εμφανείς συνέπειες στο πολιτικό σύστημα. Συχνά δε, οι μελέτες της πολιτικής κοινωνικοποίησης στην παιδική και την εφηβική ηλικία μπορούν να επιτρέψουν τη διαμόρφωση υποθέσεων για την εξέλιξη μιας εθνικής πολιτικής κουλτούρας στο μέλλον, όταν πλέον τα μέλη τής υπό μελέτη γενιάς ενταχθούν ως ισότιμα στο πολιτικό σύστημα, και συνεπώς, στο εκλογικό σώμα. Κι αυτό διότι αλλαγές που παρατηρούνται στην πολιτική κοσμοαντίληψη παιδιών και εφήβων, ιδιαίτερα όταν διαθέτουμε χρονικές σειρές στοιχείων όπως αυτές που θα μας απασχολήσουν παρακάτω, είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικές ως προς τις πολιτισμικές μεταβολές, πριν αυτές αποκρυσταλλωθούν σε αλλαγές στη συμπεριφορά των ενηλίκων[144]. Όντως οι έφηβοι/-ες, ευαίσθητοι δέκτες των πολιτισμικών αλλαγών και των μεταβολών της «περιόδου», μπορούν ενίοτε να μας επιτρέψουν να «προβλέψουμε» μεταβολές που θα εκδηλωθούν στο μέλλον, στο επίπεδο της συνολικής πολιτικής κουλτούρας, με βάση τις δικές τους κάθε φορά εμπειρίες ως πολιτική γενιά. Οι δε διαφορετικές γενιές εφήβων 12-15 ετών, το 1982, το 1990 και το 2010, παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές στα βασικά κοινωνικοπολιτικά γεγονότα που βίωσαν, αλλά κυρίως στο «κλίμα περιόδου» που επέδρασε στην διαμόρφωσή τους ως φορέων πολιτικής κοσμοαντίληψης.

Και ενώ, όπως γνωρίζουμε, η εφηβεία είναι εξαιρετικά πλούσια σε πληροφορία για το «τελικό προϊόν», διότι αφενός η συνολική πολιτική φυσιογνωμία είναι υπό διαμόρφωση, ενώ βασικές προδιαθέσεις έχουν ήδη εμπεδωθεί, και παράλληλα, παράγοντες ανισότητας εκδηλώνονται στο πεδίο των πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων περισσότερο αδιαμεσολάβητα από ό,τι σε ενήλικες, η συγκριτική διαχρονική μελέτη κοινωνικοποιητικών εμπειριών που συμβάλουν στη διαμόρφωση διαφορετικών πολιτικών γενιών, προσφέρει όντως σημαντικές πληροφορίες για τη δυναμική της πολιτικής κουλτούρας και των πολιτικών διεργασιών που συντελούνται στην κοινωνία. Επιτρέπει δε να διατυπωθούν γενικότερα ερωτήματα για τη φυσιογνωμία της πολιτικής κουλτούρας, του πολιτικού συστήματος και του πολιτικού ανταγωνισμού σε μια κοινωνία, ενώ παράλληλα συντελεί στο να διαμορφωθούν σχήματα ερμηνείας για ευρύ φάσμα από πολιτικές στάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές. Φαίνεται τελικά ότι έχουν δίκιο όσοι/ες υποστηρίζουν πως η διαδοχή των γενεών είναι η βασική κινητήρια δύναμη των πολιτικών αλλαγών (Hooghe, 2004).

politismiki pantelidou 144

Οι διαφορετικές γενιές παρουσιάζουν περισσότερο ή λιγότερο ουσιαστικές διαφορές στα βασικά κοινωνικοπολιτικά (και ως εκ τούτου κοινωνικοποιητικά) γεγονότα που επέδρασαν στη διαμόρφωσή τους, αφού η ιστορική εμπειρία κάθε διαδοχικής γενιάς είναι αναπόφευκτα διαφορετική από αυτήν της προηγουμένης της, κάτι που αφήνει αποτυπώματα στη διαδικασία της κοινωνικοποίησής της (Βλ. παραπάνω Κεφάλαιο 6.1). Όσον αφορά σχετικές ενδείξεις από την ελληνική πολιτική κουλτούρα, είδαμε συγκεκριμένα παραδείγματα από την αρχική εφηβεία το 1982 (Κεφάλαιο 7.2), όπου φάνηκε η συνύπαρξη παραδοσιακών και νεωτερικών/συμμετοχικών στοιχείων στις πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις ως αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, με σαφή ενίσχυση, μάλιστα, των δεύτερων σε βάρος των πρώτων, όσο προχωρούν οι έφηβοι/-ες προς την κυρίως εφηβεία. Παράλληλα, εντοπίζονται ορισμένες παραδοσιακές αντιλήψεις που εμφανίζουν μεγάλη αντίσταση, ενώ συνολικά, με βάση την εικόνα των εφήβων της εποχής, είπαμε ότι η ελληνική πολιτική κουλτούρα της δεκαετίας του 1980 εμφανίζεται αρκετά συμμετοχική και δημοκρατική, αφού είναι πολύ διαδεδομένη η αντίληψη ότι «η πολιτική πρέπει να απασχολεί όλους», δεν αποτελεί δηλαδή προνομιακό χώρο ειδικών κατηγοριών πολιτών, ενώ συγχρόνως η εμπλοκή στα κοινά θεωρείται και υποχρέωση όλων. Εξάλλου, η παρέμβαση των πολιτών αντιμετωπίζεται ως αποτελεσματική και η αντίδρασή τους σε περίπτωση διαφωνίας με κάποια κυβερνητική απόφαση αντιμετωπίζεται δεοντολογικά θετικά.

Είδαμε επιπλέον πως, σε αντίθεση με τρέχουσες απόψεις σχετικά με ορισμένα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, οι έφηβοι/-ες που συγκροτούν το δείγμα στο οποίο αναφερόμαστε εδώ εμφανίζονται τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, να αποδίδουν ιδιαίτερο βάρος στο δημόσιο συμφέρον (κάτι που όπως θα δούμε θα μεταβληθεί μια δεκαετία αργότερα στην αντίστοιχη κατηγορία ηλικιών), ενώ παράλληλα αναπτύσσουν τάσεις αυτοκατεύθυνσης (Βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1987, σσ. 132-133, και παραπάνω, Κεφάλαιο 7.2).

Συνεπώς, αυτά που χαρακτηρίζουν ως πολιτική γενιά τους μικρούς εφήβους του 1982 που πέρασαν την πρώιμη φάση της κοινωνικοποίησης τους στο κλίμα ευφορίας της Μεταπολίτευσης, είναι ο υψηλός βαθμός ευαισθητοποίησης στη σημασία της πολιτικής διαδικασίας για το κοινωνικό σύνολο, και η μεγάλη διάδοση της δεοντολογικής αντίληψης σχετικά με την υποχρέωση όλων να ενδιαφέρονται για κοινωνικά και πολιτικά θέματα· καταγράφονται δε υψηλά επίπεδα συμμετοχικής προδιάθεσης και υψηλό ποσοστό δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος, το οποίο συγκεκριμενοποιείται με πολλές πρακτικές (τακτική εμπλοκή σε πολιτικές συζητήσεις, παρακολούθηση πολιτικής ειδησεογραφίας κ.ά.), καθώς και υψηλά επίπεδα αυτοτοποθέτησης στον άξονα Αριστεράς-Δεξιάς με σαφή αριθμητική υπεροχή των εφήβων που δηλώνουν μάλλον αριστεροί. Παράλληλα, είναι φανερή η δυσπιστία των εφήβων απέναντι στο κράτος, το οποίο δεν το προσλάμβαναν ως αμέτοχο διαιτητή των πολιτικών και κοινωνικών διενέξεων, όπως ήδη υπογραμμίσαμε στο Κεφάλαιο 7.2, αλλά και η αναπαραγωγή παραδοσιακών αντιλήψεων της ελληνικής κουλτούρας (σχετικά με την έννοια του καλού πολίτη, για παράδειγμα, ή τη σημασία του «αρχηγού» στην εκλογική επιλογή) (βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1987). Οι αντιλήψεις αυτές συνυπήρχαν με συμμετοχικές τάσεις και δεν έρχονταν σε ρήξη ούτε με τα πιο ριζοσπαστικά συστήματα αντιλήψεων, παρά το ότι ήταν εμφανής κατά τα άλλα, η διαφοροποίηση «αριστερών» και «δεξιών» συστημάτων προδιαθέσεων, πολύ εντονότερα μάλιστα από ό,τι θα είναι μεταγενέστερα, το 1990 και το 2010.

politismiki pantelidou 145

Είδαμε όντως (Κεφάλαιο 7.2), ότι η έκφραση ιδεολογικών τάσεων είναι ουσιαστική στην αρχική εφηβεία τη δεκαετία του 1980, με την έννοια ότι ερευνητικά εντοπίζονται διαφορές στα σχετικά συστήματα αντιλήψεων, ενώ οι έφηβοι/-ες που δεν δηλώνουν ιδεολογικές τάσεις χαρακτηρίζονται και αυτοί/-ες από ένα συγκεκριμένο σύστημα αντιλήψεων, το οποίο με συνέπεια βρίσκεται πιο κοντά στο αντίστοιχο των δεξιών. Παράλληλα όμως, παρατηρήσαμε ότι όσο προχωρούν οι μικροί/ές έφηβοι/-ές προς την κυρίως εφηβεία, τόσο περισσότερο ριζοσπαστικοποιούνται. Είδαμε επίσης ότι η αριστερή τοποθέτηση στους/ις εφήβους/-ες της Μεταπολίτευσης συνοδεύεται και από μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον, πιο συμμετοχικές πολιτικές στάσεις και από απόδοση μεγαλύτερης βαρύτητας σε θέματα «δημοσίου συμφέροντος». Παρατηρήσαμε, τέλος, και τη θεαματική αύξηση της ριζοσπαστικοποίησης των κοριτσιών από τα 12 ως τα 15 τη δεκαετία του 1980, η οποία υποθέσαμε ότι δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με την αυξημένη έλξη που ασκούν κόμματα του αριστερού χώρου στις μεσήλικες γυναίκες σήμερα, ιδιαίτερα στην Αθήνα.

Αν δούμε συγκριτικά συγκεκριμένες πολιτολογικές παραμέτρους από τις τρεις διαδοχικές έρευνες του 1982, του 1990 και του 2010[145], γίνονται φανερές οι σημαντικές μεταβολές που σημειώνονται κατά τις τρεις αυτές δεκαετίες στην ελληνική πολιτική κουλτούρα, όπως αποτυπώνονται στην πολιτικότητα των εφήβων. Αν αναφερθούμε αρχικά στη σύγκριση 1982 και 1990, η πρώτη παρατήρηση αφορά στις σημαντικές διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται μεταξύ των περίπου 1000, κάθε φορά, εφήβων τριών τάξεων του γυμνασίου, των ίδιων σχολείων με απόσταση μικρότερη της δεκαετίας: οι έφηβοι του 1990 -τους οποίους μπορούμε να αποκαλέσουμε «εφήβους της ‘Αλλαγής’», αφού πέρασαν την πρώιμη φάση της κοινωνικοποίησης τους τη δεκαετία του 1980 στο κλίμα της πρώτης περιόδου διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ- έχουν σε μικρότερο βαθμό από τους «εφήβους της Μεταπολίτευσης» την αντίληψη ότι το ενδιαφέρον για τα κοινά είναι πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό του καλού πολίτη (-10,6 μονάδες), αντιμετωπίζουν σε μικρότερο ποσοστό δεοντολογικά την ενασχόληση με την πολιτική ως υποχρέωση (-11,3) και αντιλαμβάνονται λιγότερο μαζικά την ανεπάρκεια της πολιτικής τους πληροφόρησης κατά τρόπο ο οποίος να γεννά επιθυμία πρόσθετης ενημέρωσης (-16,1). Παρά το ότι τα σχετικά ποσοστά παραμένουν υψηλά και είναι ενδεικτικά γενικότερων τάσεων της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας από τη Μεταπολίτευση και μετά, η μείωσή τους σε σύγκριση με το 1982 είναι σαφώς και απόλυτα εναρμονισμένη με τις μεταβολές στη συμμετοχική προδιάθεση, οι οποίες αποτυπώνονται και στη λιγότερο μαζική εμπλοκή των εφήβων στην πολιτική διαδικασία μέσω πολιτικών συζητήσεων και άλλων πρακτικών.

Βλέπουμε δηλαδή ότι τόσο στο επίπεδο των πρακτικών όσο και σε αυτό των αντιλήψεων, οι έφηβοι του 1990 διαφαίνονται ως λιγότερο συμμετοχικοί από τους αντίστοιχους του 1982, ενώ διακατέχονται σαφώς λιγότερο από μια πρόσληψη της ιδιότητας του πολίτη που αποδίδει σημασία στη συμμετοχή. Αν συμπεριλάβουμε στη συγκριτική παρουσίαση των σχετικών τάσεων και τους/ις εφήβους/-ες του 2010, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ως πρώτη εντύπωση ότι σε αυτούς/-ές διαφαίνεται μικρή αναστροφή σε ορισμένους δείκτες (Πίνακας 9.1.4, 9.1.5, 9.1.6). Σε άλλους όμως η τάση συνεχίζεται και μάλιστα εντείνεται, κυρίως στις παραμέτρους που συγκροτούν παραδοσιακούς δείκτες συμμετοχικής προδιάθεσης και έμπρακτης συμμετοχής μέσω καθιερωμένων διαύλων (Πίνακας, 9.1.1, 9.1.2, 9.1.3). Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την πορεία του «καθόλου» στον Πίνακα 9.1.1, που αναφέρεται στη δήλωση πολιτικού ενδιαφέροντος, καθώς και του «ποτέ», στον Πίνακα 9.1.2 που αφορά την εμπλοκή σε πολιτικές συζητήσεις, καθώς και το άλμα που σημειώνεται στις δύο αυτές περιπτώσεις το 2010, καθώς και τη μείωση σε όλους τους παραδοσιακούς δείκτες συμμετοχής σε προεκλογική εκστρατεία.

ΠΙΝΑΚΑΣ 9.1.1

Βαθμός πολιτικού ενδιαφέροντος

Γενικά, θα λέγατε ότι η πολιτική σας 1982 1990 2010
ενδιαφέρει ... % % %
Πολύ 40,0 13,8 6,6
Αρκετά - 35,1 30,5
Λίγο 43,4 34,4 35,8
Καθόλου 14,2 16,3 26,4
Δ.Α. 2,4 0,4 0,5

ΠΙΝΑΚΑΣ 9.1.2

Συχνότητα εμπλοκής σε πολιτικές συζητήσεις

Γενικά συζητάς για πολιτικά θέματα; 1982 1990 2010
  % % %
Συχνά 29,9 20,8 15,6
Αραιά 54,4 56,3 54,3
Ποτέ 15,2 22,3 29,8
Δ.Α. 0,4 0,6 0,4

ΠΙΝΑΚΑΣ 9.1.3

Ποσοστιαία κατανομή των εφήβων σε μεταβλητές που αφορούν την παρακολούθηση προεκλογι­κής εκστρατείας

 

1982

%

1990

%

2010

%

Παρακολούθησαν την προεκλογική εκστρατεία (σύμφωνα με δήλωσή τους) 83,7 74,1 37,8
Διάβαζαν εφημερίδα την περίοδο των εκλογών 58,8 54,5 18,0
Συζήτησαν με τη μητέρα τους για πολιτικά θέματα 44,4 41,7 37,8
Συζήτησαν με τον πατέρα τους για πολιτικά θέματα 57,7 49,1 48,3
Συζήτησαν με συμμαθητές στο σχολείο για πολιτικά θέμα­τα 47,5 26,9 20,7
Συζήτησαν με φίλους τους για πολιτικά θέματα 43,2 28,0 20,3

 

Ενώ τα στοιχεία του Πίνακα 9.1.1 δεν είναι απολύτως συγκρίσιμα, αφού το πολιτικό ενδιαφέρον μετράται με τρίβαθμη κλίμακα το 1982 και με τετράβαθμη στις δύο άλλες περιπτώσεις, με αποτέλεσμα το «πολύ» να μην μπορεί να παραβληθεί, είναι εν τούτοις χαρακτηριστική η σημαντική αύξηση στην απόλυτη έλλειψη πολιτικού ενδιαφέροντος από το 1982 στο 2010, που σχεδόν διπλασιάζεται, και αφορά πλέον πάνω από το 1 στα 4 παιδιά του δείγματος. Αντίστοιχη παρατήρηση μπορούμε να κάνουμε και για το «ποτέ» της εμπλοκής σε πολιτικές συζητήσεις, ενώ όλοι οι κλασικοί και συγκρίσιμοι διαχρονικά τρόποι συμμετοχής σε προεκλογική εκστρατεία εμφανίζονται δραματικά μειωμένοι το 2010, προβάλλοντας την εικόνα μιας πολιτικής κουλτούρας που αποστασιοποιείται σε σημαντικό βαθμό, και μάλιστα όλο και περισσότερο, από τη συμμετοχική κουλτούρα της αρχικής Μεταπολίτευσης (Το ερώτημα μήπως το 2010 συμμετείχαν με άλλο τρόπο, όπως μέσω διαδικτύου, παραμένει ανοικτό, παρότι το χαμηλό ποσοστό που δηλώνει ότι παρακολούθησε την προεκλογική εκστρατεία είναι δεδομένο).

politismiki pantelidou 146

Η μείωση αυτή στη συμμετοχική προδιάθεση συνοδεύεται εξάλλου και από μειωμένα ποσοστά στην ετοιμότητα για μαχητική εμπλοκή στην πολιτική διαδικασία το 1990, ποσοστά τα οποία αν είναι γενικά χαμηλά στην εφηβεία, είναι ακόμα χαμηλότερα κατά τη δεκαετία αυτή από ό,τι του 1980. Είναι ενδεικτικό ότι αν το 1982 αντιμετωπίζουν θετικά κατά 18,4% τη διαδήλωση ως τρόπο έκφρασης πολιτικής διαφωνίας, το σχετικό ποσοστό πέφτει στο 7,5% οκτώ χρόνια αργότερα. Βεβαίως, όλα τα στοιχεία που διαθέτουμε γενικότερα για τη δεκαετία του 1990 και αφορούν την ελληνική πολιτική κουλτούρα, πιστοποιούν την έναρξη της φάσης της απομάκρυνσης των πολιτών από την πολιτική, της κομματικής αποταυτοποίησης και της μειωμένης συμμετοχικής προδιάθεσης με στροφή στην ιδιώτευση. Αλλά στο πεδίο αυτό υπάρχει με βάση τα στοιχεία μας, μερική αναστροφή κατά την εικοσαετία που ακολούθησε: Η διαδήλωση επιλέγεται κατά 16,5% το 2010, (Πίνακας 9.1.4), η αριστερή ταυτότητα αυξάνεται σε διάδοση αν και απέχει πάντα πολύ από το 24,7% του 1982, με παράλληλη σημαντική αύξηση όσων δεν δηλώνουν συγκεκριμένη θέση στον άξονα (Πίνακας 9.1.5). Η δε επιλογή της μαχητικής προώθησης αιτημάτων είναι πάντα περισσότερο ίδιον των αριστερών παρά των δεξιών εφήβων.

ΠΙΝΑΚΑΣ 9.1.4

Ποσοστιαία διάδοση της αντίληψης ότι η διαδήλωση αποτελεί τρόπο έκφρασης της πολιτικής διαφωνίας

Σε περίπτωση που η κυβέρνηση πάρει μια απόφαση με την οποία διαφωνούν πολλοί πολίτες, τι νομίζεις ότι πρέπει να κάνουν αυτοί;

1982

%

1990

%

2010

%

Να κάνουν διαδήλωση στο δρόμο 18,4 7,5 16,5

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 9.1.5

Ποσοστιαία κατανομή των παιδιών του δείγματος ανάλογα με την απάντηση σχετικά με την ιδεολογική τους ταυτότητα

  1982 1990 2010
  % % %
Μάλλον αριστερός 24,7 8,2 14,4
Μάλλον κεντρώος 12,0 11,6 7,3
Μάλλον δεξιός 16,8 32,3 8,7
Δεν έχει αποφασίσει ακόμα 32,5 28,4 25,5
Δεν ενδιαφέρει το θέμα 12,6 18,0 36,7
Άλλο(αυθόρμητο) - - 0,9
Δ.Α. 1,3 1,7 6,5
Σύνολο 100,0 100,0 100,0

 

Πίνακας 9.1.6 Διάδοση αριστερής ταυτότητας ανά τάξη

 

1982

%

1990

%

2010

%

Α' Γυμνασίου 20,8 7,6 14,0
Γ ' Γυμνασίου 28,6 8,8 20,4

 

Πίνακας 9.1.7 Διάδοση δεξιάς ταυτότητας ανά σχολείο

 

1982

%

1990

%

2010

%

Ιδιωτικό 37,1 60,1 8,3
Γυμνάσιο Πειραιά 6,7 20,8 15,7

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 9.1.8

Ποσοστιαία διάδοση της αντίληψης ότι η διαδήλωση αποτελεί τρόπο έκφρασης της πολιτικής διαφωνίας αριστερών και δεξιών

  1982 1990 2010
  % % %
Αριστεροί/-ές έφηβοι/-ες 31.8 19.7 24,0
Δεξιοί/-ές έφηβες 7.4 4.3 11,0

 

Μετά τη γενιά των νέων που κοινωνικοποιήθηκαν πολιτικά ως «έφηβοι της Μεταπολίτευσης», ακολούθησαν οι νέοι/ες που αποκαλέσαμε «έφηβους/-ες της ‘Αλλαγής’» (Παντελίδου Μαλούτα, 1991), με σημαντικές διαφορές όπως βλέπουμε στην πολιτική τους φυσιογνωμία. Σε αντίθεση με τους πρώτους, οι δεύτεροι χαρακτηρίζονταν από δεξιόστροφη πολιτική κοσμοαντίληψη, υπήρξαν εξοικειωμένοι με την πολιτική διαδικασία την οποία αποδραματοποίησαν ως έναν τομέα από πολλούς για τους οποίους μπορούν να ενδιαφερθούν ή να μην ενδιαφερθούν, και στην οποία δεν επένδυαν συναισθηματικά. Παρότι όμως σαφώς λιγότερο συμμετοχικοί από τους/ις «εφήβους/-ες της Μεταπολίτευσης», ξέρουμε ότι όταν αισθάνθηκαν ότι τους αφορούν τα πολιτικά διακυβεύματα, παρενέβησαν δυναμικά στην πολιτική διαδικασία (Παντελίδου Μαλούτα, 1991). Κεντρική διαφοροποιητική παράμετρος από την προηγούμενη γενιά νέων υπήρξε, όμως το τι ήταν αυτό που θεωρούσαν ότι τους αφορά, και το οποίο ήταν πιο ατομοκεντρικό, σε αντίθεση με τις κοινωνιοκεντρικές ανησυχίας των (αριστερόστροφων) νέων στους/ις οποίους/-ες μετεξελίχθηκαν οι «έφηβοι της Μεταπολίτευσης»[146]. Τη γενιά αυτή, της «Αλλαγής», διαδέχτηκαν στην αρχική φάση της κατηγορίας των νέων ενηλίκων, η οποία θα μπορούσε συμβατικά να οριστεί από τα 18 έως τα 29, οι λεγόμενοι «έφηβοι του εκσυγχρονισμού»[147], που ουσιαστικά συνέχισαν και παγίωσαν τις ατομοκεντρικές τάσεις και την απαξίωση της πολιτικής των προγενεστέρων, αλλά σταδιακά απώλεσαν την υψηλή αίσθηση αποτελεσματικότητας εκείνων. Οι δε έφηβοι του 2010, δηλαδή οι έφηβοι που βίωσαν στην αρχική εφηβεία την έναρξη της κρίσης (αλλά και τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008), διαμορφώνουν σημαντικές παραμέτρους της κοσμοαντίληψής τους σε πρωτόγνωρες συνθήκες ανασφάλειας, απαισιοδοξίας και αίσθησης αδιεξόδου, με παράλληλη απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών αλλά και, όπως είδαμε με ανάκαμψη σε ορισμένες πολιτολογικές παραμέτρους.

politismiki pantelidou 147

Αυτό που παρατηρούμε πρωτίστως στη συνολική κοσμοαντίληψη των εφήβων του 2010, είναι η συνέχιση της τάσης που εντοπίστηκε στην έρευνα του 1990, με επαυξημένη απομάκρυνση από την πολιτική, μείωση της συμμετοχικής προδιάθεσης και της δήλωσης ιδεολογικής ταυτότητας, καθώς και της απόδοσης βαρύτητας στο συλλογικό και το δημόσιο προς όφελος του ιδιωτικού και του ατομικού. Ωστόσο, κάτι αλλάζει και αποτυπώνεται στους/ις εφήβους/-ες ήδη το 2010. Ανακάμπτει από το 1990 η διαδήλωση ως τρόπος έκφρασης πολιτικής διαφωνίας (Πίνακας 9.1.4), αυξάνεται ελαφρώς σε διάδοση η αριστερή ταυτότητα και μειώνεται δραματικά η δεξιά (αλλά, πλέον, πάνω από το 60% αρνείται την αυτοτοποθέτηση) (Πίνακας, 9.1.5), ενώ και πάλι η διάδοση της αριστερής ταυτότητας μεγαλώνει σημαντικά με την ηλικία από τα 12 στα 15 (κάτι που δεν συνέβαινε το 1990), με τους/-ις αριστερούς/-ές εφήβους/-ες να επιλέγουν σημαντικά περισσότερο από τους/ις δεξιούς/-ές τη διαδήλωση ως τρόπο έκφρασης πολιτικής διαφωνίας (Πίνακας 9.1.8). Αλλά οι δεξιοί εμφανίζουν συνολικά υψηλότερο ποσοστό στην επιλογή της διαδήλωσης και από το 1982 ακόμη, ενώ είναι εντυπωσιακή η μείωση της δεξιάς ταυτότητας στο ιδιωτικό σχολείο, που παρουσίασε πρωτοφανή κορύφωση το 1990, με 60,1%, από 37,1% το 1982, για να πέσει στο 8,3% το 2010 (Πίνακας, 9.1.7). Όμως πρόκειται για πολύ ειδική περίπτωση, αφού το σχολείο αυτό σχετίζεται άμεσα και στενότατα με ένα σημαντικότατο κοινωνικοποιητικό συμβάν που δύο χρόνια πριν είχε συνταράξει την κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Η ανάμνηση του γεγονότος αυτού έχει επηρεάσει γενικώς τη συγκεκριμένη γενιά, όπως είχαμε τη δυνατότητα να πιστοποιήσουμε, η οποία και το θυμάται και έχει εξάγει συγκεκριμένα συμπεράσματα.

Αν στις σταθερές της πολιτικής κουλτούρας των εφήβων, όσον αφορά ιδιαίτερα την ιδεολογία, μπορεί να καταγραφεί η σχετική ομοιομορφία στην επίδραση του φύλου (τόσο το 1982 όσο και το 1990 το ποσοστό αγοριών και κοριτσιών που δηλώνουν «αριστεροί» είναι παραπλήσιο, ενώ τα αγόρια υπερτερούν στη δήλωση δεξιάς ταυτότητας και τα κορίτσια μαζικότερα «δεν έχουν αποφασίσει ακόμα»), αντίθετα, η ηλικία από τα 12 στα 15 επιδρά διαφορετικά, καταδεικνύοντας και τις τάσεις της εξέλιξης στη διάδοση αριστερής και δεξιάς ιδεολογικής ταυτότητας. Τόσο το 1982 όσο και το 1990 η δήλωση δεξιάς ταυτότητας δεν παρουσιάζει αξιοσημείωτες διακυμάνσεις από τα 12 στα 15, αντίθετα όμως, ενώ το 1982 οι αριστεροί αυξάνονται σημαντικά με την ηλικία (από 20,8% στην Α' γυμνασίου σε 28,6% στην Γ΄), το 1990 η σχετική αύξηση είναι ασήμαντη (7,6% με 8,8%). Είναι φανερό ότι με τα δεδομένα της δεκαετίας του 1990 δεν επιβεβαιώνεται η καθιερωμένη αντίληψη περί σημαντικής αύξησης της διάδοσης της αριστερής ταυτότητας όσο οι έφηβοι/-ες προχωρούν στην κυρίως εφηβεία. Αυτό ανατρέπεται όμως το 2010, με το σχετικό ποσοστό να ανεβαίνει από το 14% στην Α΄ Γυμνασίου στο 20,4% στη Γ΄ (Πίνακας 9.1.6). Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις που μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι αμβλύνονται οι ταξικές διαφοροποιήσεις στη δήλωση ιδεολογικής ταυτότητας από τη δεκαετία του 1980 σε αυτή του 1990 (βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1991), κάτι που συνεχίζεται το 2010, ενώ η πολιτική σταθερά αποδραματοποιείται από γενιά σε γενιά. Συγχρόνως, προσφέρεται λιγότερο ως τομέας διαγενεακών διενέξεων, αλλά και πολύ λιγότερο από ό,τι παλαιότερα ως αντικείμενο ενδιαφέροντος στην ομάδα συνομιλητών. Το 2010, οι έφηβοι του δείγματος δηλώνουν κατά 20,7% ότι την προεκλογική περίοδο συζήτησαν για πολιτικά θέματα με συμμαθητές/-ριες τους, έναντι 47,5% το 1982 και 26,9% το 1990, και αντίστοιχα με φίλους/-ες εκτός σχολείου κατά 20,3% το 2010, έναντι 43,2% το 1982 και 28% το 1990 (Πίνακας 9.1.3). Η μεγάλη καμπή στην παραδοσιακή αυτή συμμετοχική πρακτική συντελείται τη δεκαετία του 1990, και στη συνέχεια παγιώνεται και εντείνεται τη δεκαετία του 2010. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι εν μέρει έχει υποκατασταθεί από άλλους διαύλους συμμετοχής. Ωστόσο, μείωση αναμφίβολα καταγράφεται.

politismiki pantelidou 148

Πολλά από τα παραπάνω συγκριτικά στοιχεία, ιδιαίτερα αυτά μεταξύ της δεκαετίας του 1980 και του 1990, θα μπορούσαν να καταστήσουν θεμιτή την υπόθεση της ύπαρξης σαφούς τάσεως σύγκλισης της πολιτικής κουλτούρας της νέας γενιάς στην Ελλάδα με τις κυρίαρχες σχετικές τάσεις στις άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, και κατ’ επέκταση και της σχετικής σταδιακής μετεξέλιξης της συνολικής ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Κι αυτό γιατί πολλοί από τους δείκτες που χαρακτηρίζουν την πολιτική φυσιογνωμία των εφήβων στην Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 1990 μοιάζουν πράγματι εντυπωσιακά περισσότερο με αντίστοιχους πολλών δυτικοευρωπαϊκών χωρών από ό,τι συνέβαινε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 (Παντελίδου Μαλούτα, 1991). Η τάση αυτή συνεχίζεται, και εν μέρει εντείνεται το 2010, παρά τις αποκλίσεις που παρατηρούνται, αλλά όλο και λιγότερο ως προς τη διάδοση «μεταϋλιστών» αξιακών προτύπων (Βλ. Κεφάλαιο 6.2). Ενώ η υπόθεση αυτή είναι έγκυρη, εάν διατυπωθεί με όρους «εξευρωπαϊσμού» της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας εμπεριέχει στοιχεία απλουστευτικά, γενικευτικά, ακόμα και αξιολογικά που μπορούν εύκολα να την καταστήσουν μειωμένης επιστημονικής εγκυρότητας. Βεβαίως, υπό την προϋπόθεση μιας συμβατικής και σαφούς εννοιολογικής οριοθέτησης του «εξευρωπαϊσμού» που δε θα συνιστά άρρητη παραδοχή μιας αξιολογικής και εξελικτικής αντίληψης των κοινωνικών διεργασιών, θα μπορούσε η υπόθεση αυτή να αποτελέσει έναυσμα συγκριτικής διεθνικής έρευνας.

Αλλά και η μείωση στις διαφορές μεταξύ της αριστερής και της δεξιάς ιδεολογικής αναπαράστασης της πραγματικότητας, που χαρακτηρίζει τους εφήβους του 1990 σε σχέση με αυτούς του 1980, τάση η οποία θα συνεχιστεί την πρώτη δεκαετία του 2000, αποτελεί ενδεχομένως στοιχείο ενδεικτικό της αυξανόμενης αποδραματοποίησης της πολιτικής, η οποία συνοδεύεται από τη μείωση της βαρύτητας παραδοσιακών διαιρετικών τομών, τόσο ιδεολογικών όσο και κοινωνικών ταξικών. Όχι βέβαια ότι δεν διαφέρουν σε κοσμοαντίληψη δεξιοί/-ές και αριστεροί/-ές έφηβοι/-ες. Αλλά διαφέρουν λιγότερο έντονα σε συγκεκριμένες παραμέτρους από ό,τι τη δεκαετία του 1980. Οι δε ταξικές διαιρετικές τομές φαίνεται ότι λειτουργούν λιγότερο προσδιοριστικά, και το 2010 λιγότερο σαφώς, και όσον αφορά τη διαμόρφωση αριστερής κοσμοαντίληψης. Είδαμε ότι έφηβοι της «Αλλαγής» συγκροτούν μια πολιτική γενιά εξοικειωμένη με την πολιτική διαδικασία, την οποία αποδραματοποιούν και στην οποία δεν επενδύουν συναισθηματικά και ιδεαλιστικά, κάτι που συμβάλλει στη διαμόρφωση υψηλού επιπέδου «αίσθησης αποτελεσματικότητας» στην ατομική παρέμβαση στην πολιτική διαδικασία, και διευκολύνει τη διεκδικητική κινητοποίησή τους, όταν και εάν έχουν την αίσθηση ότι τα διακυβεύματα της πολιτικής διαδικασίας τους «αφορούν». Η αίσθηση του «με αφορά», δηλαδή της υποκειμενικής συνάφειας με την πολιτική διαδικασία, διαφαίνεται συνεπώς ως προϋπόθεση και ως κομβικό σημείο, από το οποίο εκπορεύεται η πολιτική δραστηριοποίηση των αποστασιοποιημένων, αλλά και εξοικειωμένων με την πολιτική διαδικασία εφήβων της δεκαετίας του 1990. Παράλληλα, η αίσθηση έλλειψης υποκειμενικής συνάφειας με το πολιτικό σύστημα που τους/ις χαρακτηρίζει είναι ακριβώς το στοιχείο που εξηγεί τη συνύπαρξη νεωτερικών στοιχείων στην πολιτική τους φυσιογνωμία (αυξημένη εξοικείωση και αποδραματοποίηση της πολιτικής διαδικασίας) με τη μειωμένη συμμετοχική προδιάθεση που τους/ις διακρίνει ως πολιτική γενιά. Το ερώτημα βέβαια που δημιουργείται στο σημείο αυτό σχετίζεται με τη σημασιοδότηση του «με αφορά». Και είναι σίγουρο ότι από τη γενιά της Μεταπολίτευσης στη γενιά της «Αλλαγής» η σχετική σημασιοδότηση έχει μεταβληθεί για να γίνει πιο ατομοκεντρική, σε αρμονία με τα κοινωνικοποιητικά μηνύματα που εισέπραξαν οι «έφηβοι της ‘Αλλαγής’» στην πρώιμη φάση της πολιτικής τους κοινωνικοποίησης. Η ιδιώτευση και ο ατομοκεντρισμός παγιώνονται και δομούνται ιδεολογικά πολύ πιο συστηματικά την επόμενη δεκαετία, την πρώτη του 2000, αλλά πλέον νέες κοινωνικοποιητικές εμπειρίες και νέες τεχνολογίες διευκολύνουν άλλες, άλλου τύπου παρεμβάσεις, επιδρώντας ενίοτε και στην ουσία των κοινωνικοποιητικών μηνυμάτων. Ενδεχομένως η κατεύθυνση του «τι αφορά» τη γενιά των εφήβων του 2010 να βρίσκεται σε διεργασίες μεταβολών, στις οποίες μπορούμε θεμιτά να υποθέσουμε ότι τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 2008 έχουν συμβάλει κοινωνικοποιητικά σε σημαντικό βαθμό.

politismiki pantelidou 149

Αλλά μπορούμε να πούμε ότι, τόσο η μεταβολή που διαφαίνεται στη σημασιοδότηση του «με αφορά», που γίνεται (όλο και) πιο ατομοκεντρική όσο απομακρυνόμαστε από τη Μεταπολίτευση, όσο και η μείωση στη συμμετοχική προδιάθεση των εφήβων και στην αποδοχή της αντίληψης ότι πολίτης είναι κάποιος/α που (πρέπει να) συμμετέχει στα κοινά, και τα δύο αποτελούν σχόλιο για το χαρακτήρα και τη λειτουργία διαφόρων κοινωνικών και πολιτικών φορέων στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας της Μεταπολίτευσης, και χαρακτηρίζουν την ελληνική πολιτική κουλτούρα στη μετεξέλιξή της. Βλέπουμε συνεπώς ότι σημαντικές πολιτισμικές αλλαγές στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας μπορούν να ανιχνευτούν στο πεδίο της εφηβείας, ακόμη και με βάση τα λίγα στοιχεία που παρατέθηκαν παραπάνω. Η απομάκρυνση από την πολιτική, η μείωση στη συμμετοχική προδιάθεση και την έμπρακτη συμμετοχή, τουλάχιστον με βάση τους καθιερωμένους διαύλους, η τάση αντίστασης στην επίκληση ιδεολογικής ταυτότητας, η δραματική μείωση και, στη συνέχεια, η μικρή ανάκαμψη της Αριστεράς, αλλά και η αύξηση μετά το 2000 στην επιλογή δυναμικών τρόπων εμπλοκής στην πολιτική διαδικασία, διαφαίνονται ως τάσεις στην εφηβεία την τελευταία τριακονταετία. Τελικά, η πολιτική φυσιογνωμία των εφήβων του 2010 προβάλλει μια νέα παράμετρο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, κυρίως από το 2008 και μετά και σαφέστερα στην κρίση, που συνοψίζεται στην εικόνα απομακρυσμένων από την καθιερωμένη πολιτική και δύσπιστων (εν τω γίγνεσθαι) πολιτών, που όμως είναι όλο και περισσότερο «σε ετοιμότητα» για δυναμική παρέμβαση στα κοινά, όταν προκύψει κάτι που έχουν την αίσθηση ότι τους/ις αφορά. Από μια άποψη, διαφαίνεται εν σπέρματι και η «επανάκαμψη των νέων στην πολιτική» -και τώρα αναφερόμαστε σε νέους/ες ενήλικες- που αρχίζει να συντελείται την ίδια περίοδο, στοιχεία για την οποία μπορούμε να δούμε στο επόμενο κεφάλαιο.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 145-154

Σημειώσεις

[143] Η έρευνα του 2010, με τίτλο «Διαστάσεις της πολιτικής κοινωνικοποίησης εφήβων: εμπειρίες από την Αττική στις τρεις τελευταίες δεκαετίες», πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος Καποδίστριας, και χρηματοδοτήθηκε από τον ΕΛΚΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η συλλογή των στοιχείων έγινε τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 2010. Στην ερευνητική ομάδα συμμετείχαν: Μ. Παντελίδου Μαλούτα (επιστημονική υπεύθυνη του έργου), Γ. Διακουμάκος, Θ. Θεοδοσοπούλου, Μ. Κακεπάκη και Ε. Τσουπαροπούλου. Τα στοιχεία της έρευνας αυτής παραμένουν αδημοσίευτα. Βλ. την ερευνητική έκθεση πορισμάτων, στο Παντελίδου Μαλούτα, 2011, καθώς και μερική αξιοποίηση των στοιχείων της στο Ηλιού, Κακεπάκη, Κουντούρη, 2012. Για τα αντίστοιχα στοιχεία των προηγούμενων ερευνών (του 1982 και του 1990) για το ίδιο θέμα και στα ίδια σχολεία, βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1987 και Παντελίδου Μαλούτα, 1991.

[144] Για ένα σχετικό χαρακτηριστικό παράδειγμα από την ελληνική πολιτική κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1991.

[145] Για όλα τα συγκριτικά στοιχεία και μεθοδολογικές παρατηρήσεις για τις τρεις έρευνες, το δείγμα και τη δειγματοληψία, βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 2011.

[146] Για αναλυτική συγκριτική παρουσίαση των δύο αυτών γενιών, βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1991, σσ. 41-69, και Παντελίδου Μαλούτα, 2012.

[147] Ο όρος ανήκει στους Δεμερτζή, Σταυρακάκη, 2008, σ. 187, οι οποίοι προσθέτουν στις προηγούμενες κατατμήσεις σε γενιές τις οποίες προτείνω στο Παντελίδου Μαλούτα, 1991, ως επόμενη, τη «γενιά των εφήβων του εκσυγχρονισμού». Αποδέχομαι την πρόταση, παρότι φαίνεται ότι δεν υπάρχει τομή, αλλά μάλλον συνέχεια και ένταση των κατευθύνσεων που είχαν διαφανεί προηγουμένως. Η τομή έπεται των γεγονότων του 2008.

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ