Menu
16 / 11 / 2018 - 09:44 am
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 7

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

Μέρος Α΄ Πολιτική Κοινωνικοποίηση

Κεφάλαιο 1

Η πολιτική κοινωνικοποίηση ως διαδικασία διαμόρφωσης της πολιτικής φυσιογνωμίας των υποκειμένων

Στόχος: Η εξοικείωση των αναγνωστών/-ριών με την έννοια της πολιτικής κοινωνικοποίησης ως διαδικασίας διαμόρφωσης της πολιτικής φυσιογνωμίας των υποκειμένων, με βάση την υπόθεση ότι όλες και όλοι είμαστε προϊόντα της κοινωνικοποίησής μας, και σημείο αναφοράς τη θεωρία της «δομοποίησης». Οι σχέσεις της πολιτικής κοινωνικοποίησης με τη γενική κοινωνικοποιητική διαδικασία που δέχονται τα παιδιά από τη γέννηση. Έμφαση σε κεντρικές έννοιες για την έρευνα της πολιτικής κοινωνικοποίησης, όπως: πολιτικές στάσεις, αναπαραστάσεις, αξίες. Η διαδικασία αναπαραγωγής, ο ρόλος και η κοινωνική λειτουργία στερεοτύπων.

1.1 Πόσο «ελεύθερη» είναι η διαμόρφωση της ατομικής πολιτικής φυσιογνωμίας;

Είμαστε άραγε απόλυτα ελεύθερες/-οι να διαμορφώσουμε την πολιτική φυσιογνωμία μας, να γίνουμε ουσιαστικά συμμετοχικοί/-ές και δημοκρατικοί/-ες ή αυταρχικοί/-ές; Το εάν οι αντιλήψεις μας είναι περισσότερο κοινωνιοκεντρικές ή ατομοκεντρικές, όπως και το αν ο χαρακτήρας της συνολικής ιδεολογικής ενατένισης της κοινωνικής πραγματικότητας που μας χαρακτηρίζει είναι Α΄ ή Β΄ κατεύθυνσης, απορρέουν από μια συστηματική ατομική ορθολογική διαδικασία επιλογών και απορρίψεων εναλλακτικών προτάσεων που μας προτείνονται; Γενικότερα, είμαστε απόλυτα ελεύθεροι/-ες, να επιλέξουμε τους φίλους και τους συντρόφους που μας ταιριάζουν, τη μουσική που μας αρέσει, τα βιβλία που τελικά προτιμάμε; ΄Η μήπως, όλα αυτά είναι κατά κάποιον τρόπο απόρροια των δομών που μας καθορίζουν; Δηλαδή, για παράδειγμα, των ταξικά και ανάλογα με το φύλο καθορισμένων τρόπων σκέψης και πράξης, των προτύπων και των κανόνων συμπεριφοράς που έχουμε εσωτερικεύσει; Τα οποία και οριοθετούν σαφώς το πεδίο των «επιλογών» μας;

Αυτή είναι η προβληματική που υπάρχει ως φόντο, ως μεταθεωρητική απορία, όσον αφορά το περιεχόμενο αυτού του κεφαλαίου, όπου αναφερόμαστε στην πολιτική κοινωνικοποίηση ως διαδικασία που συμβάλλει στη διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας των υποκειμένων. Προβληματική που βρίσκεται στη βάση μιας θεμελιακής θεωρητικής συζήτησης, που κωδικογραφείται με το δίπολο «ανθρώπινη δράση-δομή» (agency and structure), είναι στο επίκεντρο της κοινωνικής θεωρίας και βρίσκει ιστορικά διαφορετικές εκφράσεις ως προς το ειδικό βάρος που αποδίδεται, από τη μια στον ανθρώπινο παράγοντα και την ελεύθερη δράση του, και από την άλλη, στις δομές που συναποτελούν το κοινωνικό σύστημα. Μερικές από τις πιο σύγχρονες εκφράσεις της αντιμετώπισης του ζητήματος τονίζουν ότι η κοινωνία διαμορφώνει τα άτομα που τη διαμορφώνουν (Berger, Luckmann, 1981). Ή, με άλλα λόγια, πως οι δομές επηρεάζουν την υποκειμενική φυσιογνωμία και δράση, η οποία με τη σειρά της επιδρά σ’ αυτές και μπορεί να τις μεταβάλει. Διότι δομή και δράση δεν είναι αυτόνομες και ανεξάρτητες, αλλά συνδέονται μεταξύ τους διαλεκτικά.

politismiki pantelidou 8

Η θεωρία της δομοποίησης του Giddens, 1984, 1979, υπογραμμίζει πράγματι τον αλληλοεξαρτώμενο χαρακτήρα των δύο εννοιών, δράση και δομή, καθώς και τη συνεχή διαδικασία μέσω της οποίας η κοινωνική δομή αποτελεί συγχρόνως παράγοντα διαμόρφωσης της ανθρώπινης δράσης και προϊόν της δράσης αυτής, αφού διαμέσου της δράσης αποκτά η δομή υπόσταση. Ο δε Bourdieu, 1972, από την πλευρά του, μέσω της έννοιας του «habitus» (δηλαδή, των κοινωνικά διαμορφωμένων έξεων/προδιαθέσεων), υπογραμμίζει τη διαδικασία εσωτερίκευσης του εξωτερικού και εξωτερίκευσης του εσωτερικού στη σχέση δομή-δράση, κάτι που έχει άμεση εφαρμογή στην θεωρία της κοινωνικοποίησης. Στη διαδικασία της κοινωνικοποίησης, πράγματι, πολιτικής και γενικότερης, εσωτερικεύεται ο εξωτερικός κόσμος (δομές) και στη συνέχεια ο/η κοινωνικοποιημένος/-η πολίτης εξωτερικεύει όσα έχει εσωτερικεύσει (δράση). Συνεπώς, τόσο ο υπερτονισμός του ενός παράγοντα σε βάρος του άλλου, όσο και η πρόσληψη των δύο ως ανεξαρτήτων έχει πλέον αντικατασταθεί (ή θα πρέπει να αντικατασταθεί, αφού η εξέλιξη της κοινωνικής θεωρίας το επιτρέπει πλέον), από μια δυναμική πρόσληψη της σχέσης δράση/δομή όπου υπογραμμίζεται η διαπλοκή τους.

Εμείς, στο παρόν πλαίσιο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι, όλες και όλοι, γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε στο πλαίσιο μιας κουλτούρας. Ερχόμενο στον κόσμο «το παιδί βυθίζεται στην κουλτούρα της ομάδας του, που προηγείται του ερχομού τους», υπογραμμίζει ο Todotov (2009, σσ.98-99). Και θεωρεί ως πιο ξεκάθαρο στοιχείο που εικονογραφεί αυτή τη «βύθιση», την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει ως καθοριστική, το ότι το παιδί γεννιέται αναγκαστικά σε ένα συγκεκριμένο γλωσσικό περιβάλλον. Η γλώσσα, όμως, δεν είναι ουδέτερη, αντίθετα είναι διαποτισμένη από ιδέες, αξιολογήσεις σκέψεις, κρίσεις που διαμορφώθηκαν στο παρελθόν κι έτσι η κοινωνική «πραγματικότητα» προβάλλεται και μαθαίνεται από τη νέα γενιά κατά συγκεκριμένο τρόπο. Χωρίς να υπάρχει κανένας αυτοματισμός στη διαδικασία αυτή, που μας μαθαίνει κώδικες επικοινωνίας και κατανόησης και δημιουργεί συλλογικές ταυτότητες, μας επιτρέπεται να υπογραμμίσουμε ότι είμαστε προϊόντα της κοινωνικοποίησής μας. Προϊόντα των εμπειριών που βιώνουμε, των μηνυμάτων που δεχόμαστε και του τρόπου με τον οποίο μαθαίνουμε να τα επεξεργαζόμαστε σε μια συγκεκριμένη κουλτούρα -ιδιαίτερα σε πρώιμες φάσεις- και της προσωπικής μας ερμηνείας των εμπειριών αυτών. Η οποία όμως διαμορφώνεται και αυτή στην πορεία, μέσω της ίδιας κοινωνικής διαδικασίας. Κάτι που καθόλου δεν αποκλείει αλλαγές και εξελίξεις.

politismiki pantelidou 9

Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι είμαστε όλες και όλοι μοναδικές περιπτώσεις που δεν κατατάσσονται σε καμία γενικότερη κατηγορία. Κάτι που θα σήμαινε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε γενικεύσεις και να διατυπώσουμε επιστημονικές υποθέσεις. Ζούμε σε οργανωμένες κοινωνίες, στις οποίες συγκεκριμένες δομές και συγκεκριμένα πλαίσια καθορίζουν τις βασικές κατευθύνσεις των εμπειριών μας, ατομικών και συλλογικών. Η κοινωνική ανισότητα, με όλα όσα σημαίνει και συνεπάγεται, αποτελεί ένα καθοριστικό τέτοιο πλαίσιο, το ισχυρότερο ίσως. Δηλαδή, η κοινωνική τάξη, το φύλο, και όλοι οι άλλοι παράγοντες ανισότητας που ενδεχομένως λειτουργούν σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, προδιαθέτουν προς συγκεκριμένους τύπους συμπεριφοράς, και κυρίως, σκέψης, πρόσληψης της πραγματικότητας και κοσμοαντίληψης, τα άτομα και τις κοινωνικές κατηγορίες που βιώνουν την καθημερινότητά τους από διαφορετική θέση στο σχετικό (ταξικό ή έμφυλο) σύστημα σχέσεων. Διότι καθορίζουν συγκεκριμένο/διαφορετικό πλαίσιο για τις κοινωνικοποιητικές εμπειρίες τους. Μάλιστα, είναι η διαπλοκή των παραγόντων κοινωνικής ανισότητας, αυτή που μας καθορίζει: Για παράδειγμα, αν οι γυναίκες, γενικά, είναι σε κατώτερη θέση από τους άνδρες στο κυρίαρχο σύστημα έμφυλων σχέσεων, άρα έχουν αντίστοιχες κοινωνικοποιητικές εμπειρίες, η κατωτερότητα αυτή δεν τις επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο όλες. Αφού άλλο είναι, δηλαδή, άλλα υποδηλώνει ως προς τις συνθήκες ανισότητας, η δήλωση «είμαι γυναίκα εργατικής προέλευσης» και άλλο, το «είμαι γυναίκα μεσοαστή»: Δηλαδή, αλλιώς βιώνω την έμφυλη θέση μου της κατωτερότητας, ανάλογα με τη θέση μου στο ταξικό σύστημα.

Συνεπώς, η κοινωνικά διαμορφωμένη συνολική προσωπική ατομική ερμηνεία των κοινωνικών εμπειριών που βιώνουμε είναι αυτή που καθορίζει την κοινωνική μας φυσιογνωμία, άρα και την αντίστοιχη πολιτική. Έτσι, αν έπρεπε να απαντήσουμε στο ερώτημα, γιατί έχω τις πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις που έχω, ή γιατί έχω την τάση να αντιμετωπίζω ιδεολογικά την πραγματικότητα κατά τον Α΄ και όχι κατά τον Β΄ τρόπο, θα έπρεπε να μελετήσουμε σε βάθος τη σχέση των δομών που μας καθορίζουν με την υποκειμενική μας ερμηνεία των δομών αυτών, η οποία και αυτή έχει διαμορφωθεί από (άλλες) κοινωνικές εμπειρίες.

Κάτι αντίστοιχο μπορούμε να πούμε και για τις υπόλοιπες «επιλογές» που μας χαρακτηρίζουν ως υποκείμενα: Προδιαθεσιακοί παράγοντες, σε όλους τους τομείς, πέραν του πολιτικού, διαμορφώνονται υπέρ της Α΄ και όχι υπέρ της Β΄ επιλογής στη διαδικασία της κοινωνικοποίησης. Έτσι και πάλι καταλήγουμε στο ότι, ως προς τη συνολική μας συγκρότηση, ως προς τις επιλογές και τις προτιμήσεις μας, είμαστε προϊόντα της κοινωνικοποίησής μας. Η «ελεύθερη βούληση», υπάρχει οριοθετημένη στο κοινωνικό πλαίσιο που μας καθορίζει ως κοινωνικά υποκείμενα, με όλες τις σημασίες του όρου. Τελικά, είμαστε προϊόντα των εμπειριών που έχουμε βιώσει και των μηνυμάτων που έχουμε δεχτεί, ιδιαίτερα σε πρώιμες και σημαντικές κοινωνικοποιητικές φάσεις, και της προσωπικής μας ερμηνείας των εμπειριών αυτών, η οποία διαμορφώνεται και αυτή στην πορεία, όπως είπαμε, μέσω της ίδιας διαδικασίας με σημείο αναφοράς πολυποίκιλες, ενίοτε και αντιφατικές εμπειρίες. Το «τελικό προϊόν» δε, επιδρά με τη σειρά του στις εξωτερικές συνθήκες, διαμορφώνοντας το πολιτισμικό περιβάλλον στο πλαίσιο του οποίου θα κοινωνικοποιηθούν νέες γενιές.

politismiki pantelidou 10

1.2 Τι είναι η πολιτική κοινωνικοποίηση;

Σύμφωνα με έναν κλασικό στην ελληνική βιβλιογραφία ορισμό, η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι «μια διαδικασία με την οποία αποκτούμε έμμεσα ή άμεσα ένα σύστημα αντιδράσεων, προκαταλήψεων, γνώσεων και εκτιμήσεων σχετικά με το πολιτικό φαινόμενο[3].
To σύστημα αυτό μας προδιαθέτει και μας προσανατολίζει σε ορισμένο μέτρο να επιλέξουμε στη συνέχεια συνειδητά ή ασυνείδητα και σε σχέση με ένα συγκεκριμένο πρόβλημα την α ή β γενική ή ειδική πολιτική κατεύθυνση». (Μεταξάς, 1976, σ.12.) Πρόκειται δηλαδή για τη διαδικασία δημιουργίας ενός συστήματος προδιαθέσεων, οι οποίες απορρέουν από τη μορφολογία των κοινωνικών σχέσεων (Bourdieu, 1972), και με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι το σύστημα αυτό εναρμονίζεται πρωτίστως με τις πολιτισμικές εκφράσεις που ενισχύουν την υπάρχουσα ηγεμονία. Αλλά, συγχρόνως, εμπεριέχει και τις κοινωνικές αντιθέσεις και μπορεί να τις προβάλει, αφήνοντας περιθώρια εναλλακτικών εκφράσεων[4].

Ένας άλλος, επίσης ευρύς ορισμός της πολιτικής κοινωνικοποίησης, που παρουσιάζει ενδιαφέρον επειδή τονίζει και τη δημιουργία αντίληψης από τον/ην κοινωνικοποιούμενο/-η για τον εαυτό του/ης ως πολίτη, είναι αυτός που την ορίζει ως «τη διαδικασία με την οποία το άτομο αποκτά στάσεις, πεποιθήσεις και αξίες σχετικά με το πολιτικό σύστημα του οποίου είναι μέλος, και σχετικά με το δικό του ρόλο ως πολίτη στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος». (Greenberg, 1970, σ. 3.) Αν υπογραμμίσουμε ότι, η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι μια κοινωνική διαδικασία που διεξάγεται σε συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις κατευθύνσεις της, θα έχουμε, νομίζω, μια προσέγγιση στην έννοια της πολιτικής κοινωνικοποίησης με ικανοποιητικά επιστημονικά εχέγγυα, ενώ συγχρόνως θα είναι απαλλαγμένη από ιδεολογικές και αξιολογικές φορτίσεις σχετικά με το θέμα της «επιβίωσης».

Στο θέμα αυτό θα αναφερθούμε στο επόμενο κεφάλαιο. Από τώρα όμως μπορούμε να πούμε ότι, η μονοσήμαντη αντιμετώπιση της πολιτικής κοινωνικοποίησης ως λειτουργίας του πολιτικού συστήματος που συμβάλλει στην επιβίωσή του -η οποία παρατηρείται σε μεγάλο μέρος της καθιερωμένης βιβλιογραφίας- οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην υπερβολική σπουδαιότητα που αποδίδεται στην επίδραση των δύο αρχικών φορέων κοινωνικοποίησης, της οικογένειας και του σχολείου. Επίδραση που θεωρείται ακόμη και «απόλυτα καθοριστική» για το κοινωνικοποιούμενο παιδί[5].
Διότι άλλο είναι να θεωρείται μεγάλη η κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα φορέων όπως η οικογένεια ή το σχολείο και βαρύνουσα η επιρροή τους, όπως προτείνεται στην παρούσα μελέτη, και άλλο να προσλαμβάνεται η επίδρασή τους ως απόλυτα καθοριστική[6].
Παράλληλα, στις προσεγγίσεις αυτές υπερτονίζεται η ψυχολογική συνιστώσα της διαδικασίας, αποκομμένη από τον κοινωνικό περίγυρο, ο οποίος όμως τελικά είναι αυτός που πρωτίστως την καθορίζει.

Πράγμα που αγνοείται ή αποσιωπάται στις σχετικές θεωρήσεις, όπου κατά παράδοση το ψυχολογικό επίπεδο γίνεται αντιληπτό ως ξεχωριστό από την κοινωνική πραγματικότητα.

Στο ερμηνευτικό σχήμα όπου τονίζεται η λειτουργία επιβίωσης ως στόχος της πολιτικής κοινωνικοποίησης διαφαίνεται, πράγματι, μια ιδιαίτερα απλουστευτική αντίληψη για την κοινωνική αναπαραγωγή. Για τον Hyman, 1969, μάλιστα, που καθιέρωσε τον όρο «πολιτική κοινωνικοποίηση»[7] και ο οποίος τονίζει τον πρωταρχικό και καθοριστικό ρόλο της οικογένειας στην «εκμάθηση» πολιτικής συμπεριφοράς, κοινωνικοποίηση είναι «η εκμάθηση από το άτομο κοινωνικών προτύπων που αντιστοιχούν στην κοινωνική του θέση, όπως μεταβιβάζονται μέσω διαφόρων κοινωνικών φορέων» (Hyman, 1969, σ. 18). Βλέπουμε ότι αφενός, ο συγγραφέας αυτός δεν αφήνει περιθώρια νέων προτύπων και ανατρεπτικών μηνυμάτων στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, και αφετέρου, η πολιτική κοινωνικοποίηση εμφανίζεται να έχει έκδηλο πολιτικό ρόλο, αφού, κατά τον Hyman (1969, σ.10): «Οι άνθρωποι πρέπει να μαθαίνουν καλά και νωρίς την πολιτική τους συμπεριφορά. Αλλιώς δεν θα υπάρχει κανονικότητα, ίσως ακόμα να υπάρξει και χάος». Η διατύπωση αυτή, με τις αξιολογικές και κανονιστικές της συνδηλώσεις, αποτελεί πρότυπο του τι πρέπει να αποφεύγεται στην πολιτική ανάλυση, αν θέλουμε να διαμορφώσουμε εννοιολογικά εργαλεία που στο στάδιο της εμπειρικής έρευνας δεν θα λειτουργούν στρεβλωτικά και περιοριστικά για τη μελέτη μας.

politismiki pantelidou 11

Επιπλέον, ενώ παρατηρούμε ότι κατά τον Hyman, 1969, υπάρχει διαφοροποίηση στα κοινωνικά πρότυπα που μεταβιβάζονται, αφού τα άτομα διαφέρουν ως προς την κοινωνική τους θέση (παρότι και αυτό παρουσιάζεται ως δεδομένο και μονοσήμαντο), αξίζει να προσέξουμε και τον εξαιρετικά δηλωτικό υπότιτλο του βιβλίου του, που καθιέρωσε το 1959 την πολιτική κοινωνικοποίηση ως ερευνητικό κλάδο: «Μια μελέτη για την ψυχολογία της πολιτικής συμπεριφοράς». Ο Hyman (1969, σ.8, σ.2), όντως διευκρινίζει ότι «στόχος του βιβλίου είναι να καταγράψει την ειδική και συστηματική προσφορά της ψυχολογικής ανάλυσης στην κατανόηση της πολιτικής συμπεριφοράς». Δηλώνει δε ότι, «η ψυχολογική προσέγγιση δεν είναι η αποκλειστική προσέγγιση, αλλά σίγουρα είναι ουσιαστικό συμπλήρωμα στην πολιτική επιστήμη». Αυτή η θέση, φαινομενικά θεμιτή, προσφέρεται για παρερμηνείες αφού διαχωρίζει απόλυτα το ψυχολογικό από το κοινωνιολογικό επίπεδο, κι αυτό όχι μόνο αναλυτικά[8].
Έτσι διαμορφώνεται μια τάση που αποσιωπά τον κοινωνικό περίγυρο και αγνοεί ότι, οι «ψυχολογικές» συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας είναι και αυτές σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά καθορισμένες. Η κοινωνία είναι αυτή που αποδίδει αξία και απαξία, ενώ προβάλλει πρότυπα που έχουν κανονιστικό ρόλο, και κατ’ αυτόν τον τρόπο συμβάλει στη διαμόρφωση τάσεων και προδιαθέσεων, στερήσεων και απωθημένων, που ενδέχεται πολιτικά να λειτουργήσουν κατά συγκεκριμένο τρόπο.

Ο αυταρχισμός, για παράδειγμα, που εκδηλώνεται με τάσεις υποταγής και επιθετικότητας, με έλλειψη κάθε αυτοκριτικής διάθεσης και διαχωρισμό του κόσμου σε «δικούς» και «άλλους», σύμφωνα με την πρωτοποριακή μελέτη του Adorno και της ομάδας του, 1950, και φαίνεται να σχετίζεται ως προς τις γενεσιουργούς αιτίες του με την πολιτική απάθεια, συνδέεται με συγκεκριμένη οικογενειακή κοινωνικοποίηση και την εσωτερίκευση προτύπων αυταρχισμού και έλλειψης πληροφόρησης. (Lenk, 2005). Εμείς, ως κοινωνικοί επιστήμονες, οφείλουμε να διερευνήσουμε τις κοινωνικές παραμέτρους που συμβάλουν στη διαμόρφωση αυταρχικής ή πολιτικά απαθούς προσωπικότητας. Όχι απλώς να εντοπίσουμε τις σχετικές διαστάσεις στον ψυχισμό των φορέων τους, όπως ενδεχομένως θα έκαναν ειδικοί άλλων κλάδων ώστε να παρέμβουν στις υποκειμενικές δυσλειτουργίες που συνεπάγονται, και στην αυτο-εικόνα που απορρέει από τα παραπάνω χαρακτηρολογικά στοιχεία, τα όποια όντως (μπορεί να) έχουν και σημαντικές πολιτικές συνδηλώσεις και επιπτώσεις.

Είναι γεγονός ότι στις έρευνες που μελετούν φαινόμενα πολιτικής κοινωνικοποίησης υφέρπουν σε μεγάλο βαθμό ψυχολογισμοί. Για παράδειγμα αναφέρω την κλασική και πρωτοποριακή μελέτη του Greenstein, 1976, σ. 127, όπου στο ζήτημα των διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων αγοριών και κοριτσιών, και συγκεκριμένα στο θέμα του παρατηρούμενου μεγαλύτερου πολιτικού ενδιαφέροντος των αγοριών, προτείνεται ως εξήγηση το εξής: «Παρότι η πολιτική δεν αποτελεί σημαντικό αντικείμενο ενδιαφέροντος των παιδιών κανενός φύλου, ωστόσο εναρμονίζεται καλύτερα με τον ‘εκ φύσεως’ ενθουσιώδη χαρακτήρα των αγοριών». Η υπόθεση αυτή αγνοεί εντελώς τα έμφυλα πρότυπα πολιτικής, και όχι μόνο, κοινωνικοποίησης, τον διαχωρισμό ιδιωτικού/δημόσιου χώρου και τον μακραίωνο αποκλεισμό των γυναικών από την πολιτική διαδικασία, και αποδίδει σε χαρακτηρολογικές «έμφυτες» συνιστώσες των αγοριών, μια έκφραση της κοινωνικοποίησής τους! Το ζήτημα της έμφυλης κοινωνικοποίησης θα μας απασχολήσει παρακάτω στο Κεφάλαιο 3. Μπορούμε όμως, γενικότερα, να πούμε από τώρα ότι, είναι φανερό πώς στις προσεγγίσεις που δεν εντάσσουν τους ψυχολογικούς παράγοντες στο κοινωνικό τους πλαίσιο διαφαίνεται και μια α-ιστορική αντίληψη για τα άτομα, που παραπέμπει στην έννοια της «ανθρώπινης φύσης». (Leonard, 1984)

politismiki pantelidou 12

Παρά τις πολλαπλές αδυναμίες των κλασικών προσεγγίσεων της πολιτικής κοινωνικοποίησης, που χαρακτηρίζουν κυρίως την αμερικανική βιβλιογραφία μιας συγκεκριμένης περιόδου οπότε και αναπτύχθηκαν ραγδαία (1960-1980), συγχρόνως, δεν πρέπει να παραλείψουμε να τονίσουμε και μια άλλη διάσταση: Παρ’ όλες τις ειδικές αδυναμίες τους, αυτές οι προσεγγίσεις του πολιτικού φαινομένου συνέβαλαν στη διεύρυνση του γνωστικού αντικειμένου της πολιτικής επιστήμης μέσω της μελέτης της διαδικασίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης (Μεταξάς, 1976, 1979). Από αυτή την άποψη, συνιστούν πρόοδο στην επιστημονική γνώση, αφού γίνεται προσπάθεια σύνδεσης του ατομικού επιπέδου με τις γενικές κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες. (Connell, 1975). Με δεδομένο το παραπάνω, το ερώτημα βέβαια είναι αν η συγκεκριμένη σύνδεση είναι επιτυχημένη, και σε ποιο βαθμό οι «ψυχολογισμοί» παραμορφώνουν το πρότυπο ανάλυσης, μειώνοντας αισθητά την ισομορφία του. Κι έτσι στερούν τις σχετικές προσεγγίσεις από κάθε εχέγγυο επιστημονικότητας.

Οι ψυχολογισμοί αυτοί παραπέμπουν ενδεχομένως στην «προϊστορία» του κλάδου, που απασχόλησε πρώτα εκπαιδευτικούς, φιλοσόφους και ψυχολόγους, και μόνο αργότερα πολιτικούς επιστήμονες. Ίσως πάλι να οφείλονται στον έντονο εμπειρισμό που χαρακτηρίζει μεγάλο αριθμό μελετών για την πολιτική κοινωνικοποίηση παιδιών και εφήβων, που προβαίνουν σε ποσοτικές αναλύσεις έξω από κάθε θεωρητικό πλαίσιο. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία μελετών, οι οποίες βασίζονται σε εμπειρική έρευνα, η μέτρηση των πολιτικών στάσεων μοιάζει συχνά να αποτελεί απλουστευτικά, βασικό στοιχείο εξήγησης της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, το οποίο και θεωρείται διαχρονικό δεδομένο (Παντελίδου Μαλούτα, 1982, σσ. 7-22).

Σε πιο πρόσφατες μελέτες στο πεδίο της πολιτική κοινωνικοποίησης, οι οποίες τοποθετούνται χρονικά μετά την περίοδο άνθησης του κλάδου -που συντελέστηκε στην αρχή κυρίως του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα-, το ερευνητικό κλίμα έχει πλέον αλλάξει. Αποφεύγονται, κατά κανόνα, έκδηλοι ψυχολογισμοί, όπως και αξιολογικές τοποθετήσεις, ηθικοπλαστικές/κανονιστικές ερμηνείες της διαδικασίας (βλ. και Κεφ.2), μονιστικές επιλογές και δειγματοληψίες που ενίοτε είναι πολύ αμφισβητούμενης επιστημονικότητας. (Sherrod, Flanagan, Youniss, 2002). Όπως για παράδειγμα όταν ταυτίζονται «τα παιδιά» (του δείγματος) με αγόρια μόνο. Πλέον, η εννοιολόγηση της πολιτικής κοινωνικοποίησης αναφέρεται στη διαδικασία αυτή ως δημιουργό «προτύπων και διαδικασιών, διαμέσου των οποίων τα υποκείμενα αναπτύσσουν την πολιτική τους φυσιογνωμία και αποκτούν γνώσεις, δομώντας έτσι την ιδιαίτερη σχέση τους με το πολιτικό περιβάλλον στο οποίο ζουν» (Sapiro, 2004, 3). H Owen, 2008, προσθέτει στον παραπάνω ορισμό, όσον αφορά το μίκρο-επίπεδο, τη σημασία της εκμάθησης από τα υποκείμενα των συμβόλων και των ιδιαίτερων «τελετουργιών» που χαρακτηρίζουν την πολιτική διαδικασία στη συγκεκριμένη κοινωνία, γνώση χωρίς την οποία οι πολίτες θα ήταν «ξένοι» στην ίδια τους την πολιτική κουλτούρα.

Πρέπει να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι, το ζήτημα της σχέσης του πολιτικώς δρώντος υποκειμένου με το πολιτικό σύστημα, και γενικότερα, της σχέσης ατόμου και κοινωνίας, ή «δράσης» και «κοινωνικής δομής», είναι πολύ ευρύτερο, θεμελιώδες θα έλεγα, αφού βρίσκεται στο επίκεντρο της κοινωνικής θεωρίας εδώ και πολλά χρόνια, όπως ήδη αναφέρθηκε. Σύγχρονες προσεγγίσεις στο θέμα, που στοχεύουν στο να ξεπεράσουν παλιότερες μανιχαϊκές επιλογές, που ουσιαστικά υπερτόνιζαν τη σημασία του ενός παράγοντα σε βάρος του άλλου, τοποθετούν το όλο ζήτημα σε άλλη βάση. To θέμα δεν είναι πια πώς η δομή καθορίζει την δράση των ανθρώπων, ή πώς ένας συνδυασμός δράσεων διαμορφώνει τη δομή, αλλά μάλλον πώς «δομείται η δράση στην καθημερινή ζωή, και πώς τα δομημένα χαρακτηριστικά της δράσης αναπαράγονται, από το γεγονός και μόνο της πραγματοποίησής της»[9].
Η προσέγγιση αυτή ενδιαφέρει ουσιωδώς τις μελέτες που αναφέρονται στην πολιτική κοινωνικοποίηση, έστω και εάν η βιβλιογραφία που επικεντρώνεται στη σχετική διαδικασία stricto sensu, δεν μοιάζει να διαλέγεται με τη βιβλιογραφία της κοινωνικοποίησης.

politismiki pantelidou 13

Αν είμαστε προϊόντα της κοινωνικοποίησής μας, συνεπώς, δεν είμαστε μόνο αυτό. Διότι δεν είμαστε ούτε παθητικοί δέκτες μηνυμάτων, ούτε αναπαράγουμε ό,τι δεχτήκαμε. Αντίθετα, είμαστε και παραγωγοί των συνθηκών στις οποίες ζούμε, και εντός των οποίων θα διεξαχθεί, πρωτίστως, η πρώιμη κοινωνικοποίηση νέων γενεών, αλλά θα συνεχιστεί και η δική μας. Η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι μια συνεχής πολιτισμική διαδικασία, που διεξάγεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής, μέσω της οποίας διαμορφώνεται η συνολική πολιτική φυσιογνωμία των υποκειμένων. Βεβαίως, συγκεκριμένες φάσεις παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερη κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα από άλλες. Οι φάσεις αυτές συγκεντρώνονται προνομιακά στην παιδική και την εφηβική ηλικία, όσον αφορά βασικές προδιαθέσεις με σημαντικότατες πολιτικές συνδηλώσεις, όπως είναι οι τομές δημοκρατικότητα/αυταρχισμός, συμμετοχικότητα/απάθεια.

Τελικά, μιλώντας για πολιτική κοινωνικοποίηση αναφερόμαστε σε μια περίπλοκη κοινωνική διεργασία και σε ένα πολύπλοκο αντικείμενο μελέτης: Διαφορετικές φάσεις, όπως πρώιμη και δευτερεύουσα κοινωνικοποίηση, διαφορετικά είδη που απευθύνονται σε διαφορετικούς/-ές κοινωνικοποιούμενους/-ες (ηλικιακά αλλά όχι μόνο), όπως είναι η λανθάνουσα και η έκδηλη κοινωνικοποίηση, πολλαπλοί φορείς με διαφοροποιημένη βαρύτητα ως προς διαφορετικές παραμέτρους της διαμόρφωσης της πολιτικής φυσιογνωμίας των υποκειμένων, και διαφορετικές κοινωνικοποιητικές περίοδοι με διαφορετική κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα: Όλα αυτά περιγράφουν, πράγματι, μια περίπλοκη και δυναμική κοινωνική διαδικασία που είναι βαρύνουσας σημασίας για την πολιτική συμβίωση. Ως τομέας έρευνας, η διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης παρουσιάζει μάλιστα ένα πρόσθετο ενδιαφέρον γιατί από τη «φύση» τού αντικειμένου της προσφέρει ένα αντικαθρέφτισμα των τάσεων και των ρευμάτων στο σύνολο της Πολιτικής Επιστήμης, ενώ συγχρόνως είναι ένας τομέας κατ’ εξοχήν διεπιστημονικός. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται το θέμα του ο/η πολιτικός/-ή επιστήμονας που μελετά φαινόμενα πολιτικής κοινωνικοποίησης είναι ενδεικτικός τού πώς αντιμετωπίζει το αντικείμενο της επιστήμης του/ης, τα πολιτικά φαινόμενα, δηλαδή, στο σύνολό τους.

politismiki pantelidou 14

1.3 Πολιτική κοινωνικοποίηση και γενική κοινωνικοποιητική διαδικασία

Λόγω του επιστημονικού κλίματος που ήταν, κυρίως παλαιότερα, κυρίαρχο στην πολιτική κοινωνικοποίηση ως ερευνητικό τομέα της πολιτικής επιστήμης, είναι απαραίτητο, συνεπώς, να υπογραμμίσουμε ότι η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι πρωταρχικά μια κοινωνική διαδικασία. Παρόλο που στο μικροπολιτικό επίπεδο μπορούμε να απομονώσουμε τους ψυχολογικούς παράγοντες, οι οποίοι όμως δεν είναι ανεξάρτητοι από τις γενικότερες κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες εντάσσονται. Κοινωνική διαδικασία, η οποία διεξάγεται σ’ ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, το οποίο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις κατευθύνσεις της: Τόσο η οικογένεια, όσο και το σχολείο, που είναι σίγουρα οι βασικότεροι φορείς πρώιμης πολιτικής κοινωνικοποίησης, επηρεάζονται ουσιαστικά από το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. H επιρροή αυτή, όμως, δεν εξασφαλίζει αναγκαστικά στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης ένα ρόλο απλής αναπαραγωγής της πολιτικής κουλτούρας, στον οποίο, όπως θα δούμε και στο επόμενο κεφάλαιο, την περιορίζουν πολλοί ειδικοί του κλάδου. Αντίθετα, οι μεταβολές στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον και η διαφοροποιημένη κοινωνική/ιστορική εμπειρία κάθε διαφορετικής γενιάς, έχουν ως αποτέλεσμα οι νέοι/-ες να διαμορφώνονται στο πλαίσιο μιας μεταβαλλόμενης πολιτικής κουλτούρας, διαμορφώνοντας/μεταβάλλοντάς την, συγχρόνως, με βάση τις ιδιαίτερες εμπειρίες τους. Εξάλλου, η πολιτική κοινωνικοποίηση, ως κοινωνική διαδικασία, είναι μέρος της γενικής κοινωνικοποιητικής διαδικασίας, της οποίας τα μηνύματα αλλάζουν, ακολουθώντας την κοινωνική εξέλιξη, ακόμη και τη «μόδα» σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς. Μέρος ουσιαστικά αναπόσπαστο, που μόνο αναλυτικά το ξεχωρίζουμε, ώστε να το μελετήσουμε με εννοιολογικά εργαλεία μεγαλύτερης οξύτητας και ακρίβειας.

Η γενική κοινωνικοποιητική διαδικασία, την οποία δέχονται τα παιδιά από τη στιγμή της γέννησής τους, περιέχει και πλευρές με δυνητική πολιτικότητα, που σίγουρα μια σφαιρική μελέτη στον τομέα της πολιτικής κοινωνικοποίησης δεν θα πρέπει να παραμελήσει. Κι αυτό γιατί συχνά είναι η λανθάνουσα και όχι η έκδηλη πολιτική κοινωνικοποίηση αυτή που είναι καθοριστική, σε συγκεκριμένες συνθήκες, για τις πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις και τη μελλοντική πολιτική συμπεριφορά των κοινωνικοποιούμενων. Ο τρόπος, με τον οποίο μια αυταρχική οικογένεια κοινωνικοποιεί τα παιδιά της, για παράδειγμα, ενδιαφέρει τόσο τη γενική κοινωνιολογία ή την κοινωνιολογία της οικογένειας, όσο και την πολιτική επιστήμη. Έχει μάλιστα μελετηθεί σε μεγάλο βαθμό ο συσχετισμός του βαθμού αυταρχικότητας της οικογένειας με την αίσθηση του/ης πολίτη ότι η παρέμβασή του/ης είναι ή δεν είναι αποτελεσματική στην πολιτική διαδικασία. Ο Langton, 1984, σε σχετική μελέτη του παρατήρησε ότι ο βαθμός αυταρχικότητας στο ίδιο σχολείο ή στον ίδιο χώρο εργασίας, γίνεται αντιληπτός διαφορετικά, από άτομα που μεγάλωσαν σε περισσότερο ή λιγότερο αυταρχικές οικογένειες, και προκαλεί διαφορετικές αντιδράσεις. Φαίνεται έτσι, πως η δομή της εξουσίας στην οικογένεια παίζει σημαντικότατο ρόλο, όσον αφορά στην αίσθηση που θα έχει αργότερα ο/η πολίτης για το βαθμό αποτελεσματικότητας της παρέμβασής του/ης στην πολιτική διαδικασία, οριοθετώντας παράλληλα και τις εμπειρίες που θα έχει στο μέλλον. Γι' αυτό και η κοινωνικοποίηση στην παιδική ηλικία «διαμορφώνει το πλαίσιο ερμηνείας», των εμπειριών και των μηνυμάτων που θα δεχθεί στο μέλλον ο/η ενήλικος/-η. (Hague, Harrop, 2011, σ. 185)

politismiki pantelidou 15

Το ίδιο ισχύει και για την ιδιαίτερη κοινωνικοποίηση που απευθύνεται στα μικρά κοριτσάκια, η οποία δεν ενδιαφέρει μόνο τη γενική κοινωνιολογία, την κοινωνιολογία του φύλου, ή τις γυναικείες σπουδές, αφού είναι θεμιτή, και πολλαπλά τεκμηριωμένη η υπόθεση, ότι συντελεί στη διαμόρφωση δύο διαφοροποιημένων έμφυλων προτύπων πολιτικότητας. H ζωή στο σχολείο, επίσης, η ύλη των μαθημάτων, το σύστημα επιβράβευσης κλπ., δεν ενδιαφέρουν μόνο την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης ή την παιδαγωγική, αλλά έχουν και πλευρές με μεγάλο πολιτολογικό ενδιαφέρον. Εξάλλου, όλες οι πλευρές της κοινωνικής συμβίωσης μπορεί να έχουν πλευρές με λανθάνουσα πολιτικότητα, αφού αναφέρονται σε εξουσιαστικές σχέσεις και με άμεσο ή έμμεσο τρόπο μπορεί να σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον.

Βλέπουμε συνεπώς ότι, η οριοθέτηση του αντικειμένου της έρευνας στην πολιτική κοινωνικοποίηση είναι σχετικά δύσκολη, και έχει ενίοτε στοιχεία αυθαιρεσίας, αφού συχνά μελετάμε συγκεκριμένες πλευρές ενός φαινομένου που μοιάζουν να μην έχουν ξεχωριστή οντότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το πολιτικό συνθετικό στον όρο «πολιτική κοινωνικοποίηση» αποτελεί πλεονασμό. Ούτε ότι δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος χώρος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στη γενική κοινωνικοποιητική διαδικασία, που αφορά άμεσα την πολιτική διαμόρφωση των υποκειμένων, είτε κατά λανθάνοντα είτε κατά έκδηλο τρόπο (Percheron, 1974, σσ.2-3). Μπορούμε συνεπώς εμφατικά να πούμε ότι, η συνολική, η γενική κοινωνικοποιητική διαδικασία δεν ταυτίζεται με την πολιτική κοινωνικοποίηση[10]. Ούτε ο λανθάνων χαρακτήρας που έχει η πολιτική κοινωνικοποίηση στην αρχή της ζωής, μπορεί να νομιμοποιήσει μια ισοπεδωτική κατηγοριοποίηση των «σταδίων» της πολιτικής κοινωνικοποίησης, όπως κάνει ο Coleman, 1965, θεωρώντας τα πρώτα στάδια κοινά σε όλα τα πολιτικά συστήματα, ανεξάρτητα από τον τύπο του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, στον οποίο λειτουργούν. (Βλ. τη σχετική κριτική της Percheron, 1974). Και βέβαια, η πολιτική κοινωνικοποίηση βαδίζει παράλληλα με τη γενική κοινωνικοποίηση, αφού όπως είπαμε η γενική κοινωνικοποίηση που δέχεται το παιδί από τη στιγμή που γεννιέται περιέχει και πλευρές με (λανθάνουσα, έστω) πολιτικότητα. Σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει ο Pye, 1976, σσ.44-45, που διατυπώνει την άποψη ότι πρώτα υπάρχει μια βασική κοινωνικοποίηση και μετά αρχίζει η διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης.

Συμπερασματικά, με βάση τη μελέτη της διαδικασίας της κοινωνικοποίησης και ειδικότερα της πολιτικής κοινωνικοποίησης που μας ενδιαφέρει εδώ, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι, τα υποκείμενα διαμορφώνονται κοινωνικά, αφού κοινωνικοποιούνται σε συγκεκριμένο πλαίσιο όπου ωθούνται να υιοθετήσουν ρόλους και να αναπτύξουν σχέσεις που αντιστοιχούν στο κοινωνικό αυτό πλαίσιο, μέσω της εσωτερίκευσης αναμονών και επιταγών. Ωστόσο, αναπτύσσοντας σχέσεις, εξωτερικεύοντας τις επιταγές και τα πρότυπα που έχουν εσωτερικεύσει και διαμορφώνοντας άλλες κοινωνικές σχέσεις, συμβάλλουν στη διαλεκτική σχέση μεταξύ της «εσωτερίκευσης του εξωτερικού» και της «εξωτερίκευσης του εσωτερικού». (Bourdieu, 1972). Οι δομές, δηλαδή, είναι συγχρόνως, το μέσο που συμβάλει στη διαμόρφωση της ανθρώπινης δράσης και της συγκεκριμένης συνολικής φυσιογνωμίας του κάθε υποκειμένου, και παράλληλα το αποτέλεσμά της. (Giddens, 1984). Αυτή είναι η λειτουργία της κοινωνικοποίησης και ως επιμέρους συνιστώσα της, της πολιτικής κοινωνικοποίησης, η οποία συμβάλει έτσι στην αναπαραγωγή και τη μετεξέλιξη της πολιτικής κουλτούρας της κοινωνίας.

Αφού όμως είμαστε προϊόντα της κοινωνικοποίησής μας, δηλαδή προϊόντα των εμπειριών που βιώνουμε -ιδιαίτερα σε πρώιμες φάσεις- και της προσωπικής μας ερμηνείας των εμπειριών αυτών, είναι φανερό ότι στην πορεία της κοινωνικοποίησης διαμορφώνουμε μια σειρά από παραμέτρους της συνολικής φυσιογνωμίας μας, οι οποίες είναι μεταξύ τους συνδεδεμένες. Για παράδειγμα, ξέρουμε ότι ένας πολίτης που είναι συμμετοχικός στο πολιτικό πεδίο, πιθανότατα θα είναι συμμετοχικός και στο ευρύτερο κοινωνικό, ενώ μια πρωτοποριακή, avant-garde ζωγράφος, δύσκολα θα έχει πολιτική φυσιογνωμία υπέρ-συντηρητική. Η διαδικασία της κοινωνικοποίησης είναι μια ολιστική διαδικασία, συνεπώς κοινές εμπειρίες μάς διαμορφώνουν ως πολιτικά σκεπτόμενους/-ες, ως συμμετοχικούς/-ές ή μη, ως αναγνώστες/-τριες λογοτεχνίας, ως ακροατές/-άτριες μουσικής, ως θεατές θεατρικών παραστάσεων κλπ. Προτιμήσεις, αντιλήψεις, επιλογές, αλλά και γούστα, σε όλους τους τομείς της ζωής, αποτελούν ένα σύνολο που μας χαρακτηρίζει και το οποίο, παρά τις όποιες αντιφάσεις, έχει κατά κανόνα μια εσωτερική λογική. Στα διαφορετικά σχετικά σύνολα κοινωνικο-πολιτικών αντιλήψεων, προτιμήσεων στη λογοτεχνία, γούστων στη μουσική κλπ, μπορούμε να εντοπίσουμε συγκεκριμένα μοτίβα/πρότυπα. Με την έννοια των patterns[11]. Κάτι που είναι ιδιαίτερα φανερό σε διαφορετικές γενιές και σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας
της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 7-14

Σημειώσεις

[3] Μια παρατήρηση για τον όρο: Επιλέγω να αναφέρομαι στην έννοια της πολιτικής κοινωνικοποίησης, παρότι υπάρχουν θεμιτές επιφυλάξεις που την αφορούν, καθώς και εναλλακτικές προτάσεις, όπως εγκοινωνισμός, κοινωνιοποίηση κλπ., τις οποίες όμως δεν προκρίνω. Αναγνωρίζω, βέβαια, πώς ο όρος κοινωνικοποίηση, αυτός καθαυτός, δημιουργεί προβλήματα αφού, όπως επισημαίνει ο Δερτιλής (1985, σσ.299-300), όχι μόνο συγχέεται με οικονομικούς όρους (κρατικοποίηση, εθνικοποίηση), αλλά επιπλέον, το δεύτερο συνθετικό του, –ποίηση, προσδίδει υπερβολική έμφαση στο αλλοτριωτικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής. Επίσης, δεν αποδέχομαι ως συνώνυμο τον όρο πολιτικοποίηση, για λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω. Βλ. Κεφάλαιο 2.2.

[4] Στο σημείο αυτό, εκτός από την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έννοια του habitus στo Bourdieu, 1972, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τόσο η έννοια της πολιτισμικής ηγεμονίας στον Gramsci, 1971, όσο και οι αναλύσεις του Althusser, 1976, για τους «ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους». Ιδιαίτερα όσον αφορά το ρόλο του σχολείου στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης.

[5] Για μια κριτική αυτής της αντίληψης, βλ. Μεταξάς, 1976, σσ. 18-22. Για τις φροϋδικές ρίζες της, βλ. Dawson, Prewitt, 1969, σσ. 9-10.

[6] Η διάκριση αυτή πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα, διότι αλλιώς μοιάζει να υπάρχει αντίφαση μεταξύ της κριτικής που ασκείται εδώ και της υποστήριξης της μεγάλης κοινωνικοποιητικής επίδρασης των δύο αρχικών φορέων κοινωνικοποίησης, που διατυπώνεται τόσο στο παρόν κεφάλαιο, όσο και στο Κεφάλαιο 5.

[7] Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι, αν ο όρος καθιερώνεται στο τέλος της δεκαετίας του 1950, το φαινόμενο στο οποίο αναφέρεται έχει προ πολλού απασχολήσει μελετητές της κοινωνικής πραγματικότητας. Για μια συνοπτική παρουσίαση της «προϊστορίας» του κλάδου, βλ. Greenstein, 1976, σσ. 2-9.

[8] Πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για διάφορες προσπάθειες ένταξης της ψυχολογίας στην κοινωνική θεωρία, βλ. στο Ο’ Neil1, 1985, σσ. 214-245.

[9] Βλ. μια συνοπτική παρουσίαση της θεωρίας της δομοποίησης στο J. Thompson, 1984, σσ. 148-172, και βεβαίως, Giddens, 1979, 1984 και Bourdieu, 1972, καθώς και 1980. Επίσης, Bryant, Jary,1991, και Stones, 2005.

[10] Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι πολιτικοί επιστήμονες που μελετούσαν φαινόμενα πολιτικής κοινωνικοποίησης σε χώρες με διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά συστήματα από αυτά της «Δύσης» θεωρούσαν ακόμα πιο δύσκολο το διαχωρισμό ανάμεσα στη γενική κοινωνικοποιητική διαδικασία και την πολιτική κοινωνικοποίηση. Βλ. για παράδειγμα, Kéri, 1982.

[11] Αυτή η υπόθεση μοιάζει εύλογη, αλλά δεν έχει συστηματικά ελεγχθεί με στόχο τη διαμόρφωση τυπολογίας συνολικών πολιτισμικών και πολιτικών αντιλήψεων και πρακτικών στην ελληνική πολιτική κουλτούρα. Βλ. μια ενδιαφέρουσα σχετική πρόταση στο Διακουμάκος, 2009

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ