Menu
24 / 09 / 2018 - 04:44 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 59

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

Μέρος Β΄ Πολιτική Κουλτούρα

Κεφάλαιο 4

Πολιτική κουλτούρα: Η έννοια και το ιστορικό της χρήσης της. Η σύνδεση πολιτικής κουλτούρας και πολιτικής κοινωνικοποίησης

Τι είναι και τι περιλαμβάνει η πολιτική κουλτούρα μιας κοινωνίας. Πώς έχει χρησιμοποιηθεί η έννοια αυτή ερευνητικά. Εξέλιξη στον ορισμό και το περιεχόμενο, ιδεολογικές και επιστημολογικές στρεβλώσεις. Κριτικές στις κλασικές προσεγγίσεις της πολιτικής κουλτούρας και αναθεωρήσεις. Αναφορά στις διαφορετικές ιστορικές διάρκειες με έμφαση στις διάρκειες των πολιτισμικών μεταβολών. Τυπολογίες της πολιτικής κουλτούρας και η διεύρυνση της έννοιας τη δεκαετία του 1980. Η «κουλτούρα πολιτών». Πώς συνδέονται πολιτική κουλτούρα και πολιτική κοινωνικοποίηση.

4.1 Πλαίσιο ορισμού της έννοιας της πολιτικής κουλτούρας

Αναφερθήκαμε προηγουμένως στις έννοιες της στάσης και της αντίληψης με αναφορά στο υποκειμενικό πεδίο. Δηλαδή, με επίκεντρο τον/ην κάθε κοινωνικοποιούμενο/-η και τη διαδικασία της διαμόρφωσης της πολιτικής φυσιογνωμίας του/ης. Αλλά κάθε αναφορά σε πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις, οι οποίες είναι περισσότερο ή λιγότερο διαδεδομένες σε μια κοινωνία, παραπέμπει αναπόφευκτα στην πολιτική κουλτούρα αυτής της κοινωνίας, της οποίας οι συγκεκριμένες στάσεις και αντιλήψεις αποτελούν επιμέρους, αλλά κεντρικές εκφράσεις μαζί με τις αξίες και τις συλλογικές αναπαραστάσεις. Το ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο όπου διαδραματίζεται η πολιτική διαδικασία σε μια χώρα, είναι ακριβώς η πολιτική κουλτούρα της συγκεκριμένης κοινωνίας. H δε επιστημονική και κοινωνική σημασία της μελέτης των πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων σε συλλογικό επίπεδο γίνεται έκδηλη, αν σκεφτούμε ότι η δομή και η λειτουργία ενός πολιτικού συστήματος επηρεάζονται και από το πώς οι πολίτες προσλαμβάνουν την πολιτική πραγματικότητα, ποιες αντιλήψεις διέπουν τις σχέσεις τους με την εξουσία, ποιες αξίες και ποιες στάσεις είναι κυρίαρχες στην πολιτική ζωή. Και βεβαίως, και ποιες συμπεριφορές παρατηρούνται, κάτι που δεν είναι ανεξάρτητο από το σύστημα αξιών, στάσεων, αντιλήψεων και συλλογικών αναπαραστάσεων.

Είπαμε και στην εισαγωγή ότι για να καταλάβουμε πώς πραγματικά λειτουργεί ένα πολιτικό σύστημα δεν αρκεί η μελέτη των προδιαγραφών, δηλαδή του Συντάγματος και των σχετικών νόμων. Χρειάζεται και η διερεύνηση του πώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται, αξιολογούν και αποδέχονται τους θεσμούς, αλλά και τον ίδιο το ρόλο τους ως πολιτών. Αυτά τα πολιτισμικά στοιχεία -των οποίων τη σημασία η Πολιτική Επιστήμη παραδέχτηκε τελευταία από όλες τις Κοινωνικές Επιστήμες (Τερλεξής, 1975, σ. 30)- μαζί με άλλα, συνθέτουν ένα πλαίσιο αναφοράς, τόσο για τους/ις μεμονωμένους/-ες πολίτες, όσο και για ολόκληρα κοινωνικά σύνολα, βάσει του οποίου μορφοποιούν τις πολιτικές τους στάσεις και συμπεριφορές: «To σύνολο των αντιλήψεων, των πεποιθήσεων και των στάσεων, που δίνουν μορφή και έννοια σε μια πολιτική διαδικασία και καθορίζουν τους βασικούς κανόνες και τις βασικές αρχές που διέπουν τη συμπεριφορά των πολιτών στα πλαίσια ενός πολιτικού συστήματος» αποτελούν την πολιτική κουλτούρα του κοινωνικού συνόλου όπου λειτουργεί αυτό το πολιτικό σύστημα, σύμφωνα με έναν από τους πρώτους εισηγητές της «πολιτικής κουλτούρας» ως εννοιολογικού εργαλείου (Pye, 1977, σ. 135). Βεβαίως, όπως θα δούμε παρακάτω, ο ορισμός αυτός, όπως και άλλοι αντίστοιχοι ορισμοί της πολιτικής κουλτούρας που τονίζουν περισσότερο ή λιγότερο ρητά την έννοια των υποκειμενικών προσανατολισμών, αναθεωρείται (και πρέπει να αναθεωρηθεί) από πιο σύγχρονες προσεγγίσεις. Προς το παρόν όμως ας τον κρατήσουμε, διότι αποτελεί πρωτοποριακή διατύπωση στην Πολιτική Επιστήμη της δεκαετίας του 1960 (Η πρώτη έκδοση της μελέτης αυτής του Pye είναι του 1966).

Το 1979, σε μια περίοδο που η «πολιτική κουλτούρα» έμοιαζε να έχει ήδη ένα μεγάλο corpus εμπειρικών δεδομένων στο ενεργητικό της, οι Elkins και Simeon (1979, σ. 127), έγραφαν ότι η έννοια αυτή αποτελεί ένα από τα πιο ελκυστικά εννοιολογικά εργαλεία στην Πολιτική Επιστήμη, που συγχρόνως είναι και από τα πιο αμφιλεγόμενα και ασαφή. Πράγματι, είναι χαρακτηριστικό ότι αφενός στο ριζοσπαστικό κλίμα που αναπτύχθηκε σε αμερικανικά πανεπιστήμια τις δεκαετίες του 1960 και 1970, η «πολιτική κουλτούρα» αποτέλεσε αντικείμενο έντονης κριτικής για τον «μη κοινωνικά καθορισμένο χαρακτήρα της», ενώ από την άλλη, κριτικές από τη σκοπιά της σχολής της «ορθολογικής επιλογής» ενέτειναν και αυτές την ίδια περίοδο την τάση απονομιμοποίησης των ερευνών για την πολιτική κουλτούρα. Επανερχόμενος μια δεκαετία αργότερα στο θέμα, ο Welch, 1993, σε θεωρητική μελέτη αφιερωμένη στην πολιτική κουλτούρα ως εννοιολογικό εργαλείο, επισημαίνει ότι η άποψη των Elkins, Simeon, 1979, περί «αμφιλεγόμενου και ασαφούς εννοιολογικού εργαλείου» ήταν ακόμη πιο αληθινή το 1993, απ’ ό,τι στο τέλος της δεκαετίας του 1970. Ένας λόγος παραπάνω που, επιπροσθέτως, η χρήση της πολιτικής κουλτούρας είχε επεκταθεί στη δημοσιογραφία, έντυπη και ηλεκτρονική, με αποτέλεσμα στην ίδια έννοια να περιλαμβάνονται πολλά και διαφορετικά σημαινόμενα, κάνοντάς την ακόμη πιο ασαφή. Ένα κλασικό παράδειγμα, από τον ελληνικό πολιτικό/δημοσιογραφικό λόγο, που δείχνει την ορθότητα της σχετικής επισήμανσης είναι η χρήση του «πολιτικού πολιτισμού», ως λιγότερο αδόκιμου όρου από την πολιτική κουλτούρα. Όρος που χρησιμοποιείται ως θετική ή αρνητική αποτίμηση ορισμένης συμπεριφοράς: Με την έννοια ότι λέγεται πως το Α΄ αποτελεί ένδειξη πολιτικού πολιτισμού ή το Β΄ ένδειξη έλλειψης πολιτικού πολιτισμού. Αγνοώντας, βεβαίως, ούτως ή άλλως την ορθή εννοιολόγηση του «πολιτισμού», που εδώ χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της «κουλτούρας», και, κυρίως, θεωρώντας ότι συνιστά τον θετικό πόλο που αντιπαρατίθεται στην αγένεια, την έλλειψη τρόπων και καλλιέργειας, τη βαρβαρότητα κ.λπ., που θεωρούνται αποδείξεις της μη ύπαρξής του, σαν να ήταν δυνατή η απουσία πολιτικής κουλτούρας.

politismiki pantelidou 61

Η «αναγέννηση» του πολιτολογικού ενδιαφέροντος για την έννοια της πολιτικής κουλτούρας, που παρατηρείται με το τέλος του ψυχρού πολέμου και τις αλλαγές στις πολιτικές δομές πολλών κρατών (Brint, 1991), συνοδεύεται πράγματι από ποικιλία προσεγγίσεων και αναλύσεων. Ο ίδιος ο G. A. Almond, του οποίου το όνομα είναι, όπως θα δούμε, ταυτισμένο με την «πολιτική κουλτούρα», στον πρόλογό του στο Diamond, 1994, μετρώντας εισηγήσεις στην APSA, νέα βιβλία και άλλες πρόσφατες δημοσιεύσεις, αναφέρεται στην «επιστροφή της πολιτικής κουλτούρας». Συχνά όμως, οι προσεγγίσεις αυτές αναφέρονται σε διαφορετική εννοιολόγηση της «πολιτικής κουλτούρας» από την παραδοσιακή, και κυρίως, σε κοινωνίες με διϋποκειμενικά νοήματα που είναι ακόμη πιο πολυποίκιλα απ’ ό,τι στο παρελθόν κι έτσι ερευνητικά δυσπρόσιτα. Συνεπώς, όντως η έννοια της πολιτικής κουλτούρας είναι ενίοτε ασαφής και δύσχρηστη, συνήθως ιδεολογικά φορτισμένη και κάποτε τυφλή στις προϊδεάσεις που εμπεριέχονται στη χρήση της. Χρήση η οποία μάλιστα, είναι συχνά περισσότερο επιστημονικοφανής παρά επιστημονική, φέροντας ανεξίτηλα τα ίχνη της «συμπεριφορικής προϊστορίας της». Αλλά ως εννοιολογικό εργαλείο, η πολιτική κουλτούρα δεν παύει να είναι πολύτιμη για τη σφαιρική μελέτη των πολιτικών διαδικασιών και για τη διατύπωση πιθανολογικών προβλέψεων για την εξέλιξή τους. Με την επιπρόσθετη επιταγή, βεβαίως, της επιτήρησης του όρου και της διαφύλαξης των προϋποθέσεων της επιστημονικότητας στην προσέγγιση, όπως και στον σχεδιασμό της ερευνητικής προσπάθειας για συλλογή στοιχείων και την ανάλυση των δεδομένων που την αφορούν. Είναι γενικότερα φανερό ότι η συνδυαστική χρήση «κουλτούρας» και «πολιτικής», που συνθέτει την έννοια της πολιτικής κουλτούρας, πηγάζει από τη διττή επιταγή: να λαμβάνουμε υπόψη μας πολιτισμικά στοιχεία και προσεγγίσεις που εμπλέκονται στη διαμόρφωση νοημάτων, όταν μελετάμε πολιτικές διαδικασίες, και παράλληλα, να βλέπουμε τις εξουσιαστικές σχέσεις και τη διάσταση δημοσίου συμφέροντος, όταν μελετάμε την κουλτούρα. Αυτό υποστηρίζει ο White, 1993, σ. 165, αποδίδοντας την έλξη που ασκεί η «πολιτική κουλτούρα», στη δυσαρέσκεια που γεννήθηκε στις Κοινωνικές Επιστήμες από μια διαπραγμάτευση της πολιτικής η οποία αγνοεί την κουλτούρα και μια άλλη, της κουλτούρας, που αγνοεί την εξουσία. Aξίζει να προσθέσουμε και μια σύγχρονη αντίληψη που υπογραμμίζει την ανάγκη «επανεφεύρεσης» της πολιτικής κουλτούρας μέσω της αντιπαράθεσης της «δύναμης της κουλτούρας στην κουλτούρα της εξουσίας», θεωρώντας κάτι τέτοιο επιστημονική αναγκαιότητα αλλά και προϋπόθεση δημοκρατικής μετεξέλιξης της κοινωνίας (Goldfarb, 2012).

Αν πάρουμε από την αρχή το ιστορικό της σύγχρονης χρήσης της έννοιας αυτής θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στη σύγχρονη Πολιτική Επιστήμη πρώτος ο G. Α. Almond πρότεινε μια διατύπωση της «πολιτικής κουλτούρας» ως αναλυτικής κατηγορίας, ήδη από το 1956, σε άρθρο του στο Journal of Politics. Αναλυτική κατηγορία, τη χρήση της οποίας διεύρυνε και έλεγξε εμπειρικά σε συγκριτική έρευνα που κατέληξε στο Almond και Verba, 1963, την σημαντικότερη μελέτη της εποχής της για τις πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας. Μια μελέτη, η εμπειρική βάση της οποίας επηρέασε μεθοδολογικά πληθώρα άλλων μεταγενέστερων μέχρι και σήμερα, ενώ είχε ως επίκεντρο τη λογική της σταθερότητας και της επιβίωσης της δημοκρατίας. Στο Almond και Verba, 1963, σ. 13, διευκρινίζοντας με ποια έννοια χρησιμοποιούν τον όρο κουλτούρα, οι δύο συγγραφείς τονίζουν ότι επιλέγουν μια από τις πολλές έννοιές του: «αυτή των ψυχολογικών προσανατολισμών απέναντι σε κοινωνικά αντικείμενα. Όταν αναφερόμαστε στην πολιτική κουλτούρα μιας κοινωνίας, αναφερόμαστε στο πολιτικό σύστημα όπως εσωτερικεύεται στις γνώσεις, τα συναισθήματα και τις αξιολογήσεις του πληθυσμού της». Με αυτή την έννοια η πολιτική κουλτούρα στην αντίληψή τους είναι όλα όσα ξέρουμε, όσα αισθανόμαστε και όσα πιστεύουμε, σε σχέση με το πολιτικό σύστημα και την πολιτική ευρύτερα.

politismiki pantelidou 62

Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι η πολιτική κουλτούρα χρησιμοποιήθηκε κυρίως, αρχικά, ως εννοιολογικό εργαλείο για τη μελέτη «μεταβατικών κοινωνιών», που μόλις είχαν απαλλαγεί από το αποικιακό καθεστώς, με σημαντικότερα έργα σε αυτή την κατεύθυνση, αυτά των Almond, Coleman, 1960, και Pye, Verba, 1965. Οι δύο τελευταίοι συγγραφείς στόχευαν να μελετήσουν την επίδραση των αντιλήψεων των πολιτών στη διαμόρφωση νέων εθνών/κρατών και στον «εκδημοκρατισμό» μετά το τέλος της αποικιοκρατίας. Η επικέντρωση αυτή στη «μετάβαση» προς τη δημοκρατία και κυρίως η προβληματική περί «πολιτικής ανάπτυξης», (ξεπερασμένη τελείως πλέον λόγω του δυτικοκεντρισμού και της γραμμικής αντίληψης της ιστορίας που πρόδιδε), έχουν αφήσει ίχνη στην καθιερωμένη χρήση της «πολιτικής κουλτούρας». Ίχνη που γίνονται ενίοτε φανερά, μέχρι σήμερα, ως στρέβλωση ή προϊδέαση στο σχεδιασμό συγκριτικών ερευνητικών προγραμμάτων. Η «πολιτική κουλτούρα» πράγματι, δίπλα σε αυτό που οι θεωρητικοί της «πολιτικής ανάπτυξης» αποκαλούσαν «nation building» και «state building», συγκροτεί έναν από τους τρεις πυλώνες της σχετικής θεωρίας[59], με μεταγενέστερους ερευνητές να σημειώνουν πόσο ατυχώς συνδέθηκε η έννοια της πολιτικής κουλτούρας με την «ασαφή, αμφιλεγόμενη και αξιολογικά φορτισμένη» έννοια της πολιτικής ανάπτυξης (Brown, 1984, την Εισαγωγή).

Ενώ όμως η «πολιτική κουλτούρα», ως εννοιολογικό εργαλείο της σύγχρονης Πολιτικής Επιστήμης, χρονολογείται από τη δεκαετία του 1950, φαίνεται πως έχει πολύ μεγαλύτερη προϊστορία στη λόγια ορολογία, όπου εμφανίζεται ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα, ενώ αναφέρεται και στη ρωσική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα (Brown, 1984, σσ. 1-9). Φαίνεται μάλιστα ότι, όπως υποστηρίζει ο ίδιος συγγραφέας, χρησιμοποιήθηκε και από τον Λένιν, το 1920. Βεβαίως χωρίς να αναφέρεται ως τέτοια, το πολιτισμικό σύνολο το οποίο υπονοείται στην έννοια της πολιτικής κουλτούρας απασχόλησε στοχαστές και φιλοσόφους από πολύ παλαιότερα, με τον ίδιο τον G. Almond, στην εισαγωγή του (Almond, Verba, 1963), να αναφέρεται στη μακρά γενεαλογία της έννοιας. Είναι γεγονός, ότι το πολιτισμικό υπόβαθρο της πολιτικής ποτέ δεν απουσίασε από τις συζητήσεις που αφορούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού πολιτικού καθεστώτος, ό,τι και αν σήμαινε αυτό στις αντιλήψεις του κάθε στοχαστή (Moises, 2011). Από την άλλη βέβαια, οι νέες τεχνικές της έρευνας που αναπτύχθηκαν μεταπολεμικά έδωσαν πολύ σημαντική ώθηση στις δειγματοληπτικές έρευνες, επιτρέποντας την εκπόνηση πολύ πιο επεξεργασμένων πολιτολογικών μελετών και με πιο φιλόδοξους στόχους, απ’ ό,τι στο παρελθόν (Almond, Coleman, 1960).

Αυτή είναι και η τελευταία φάση στην ανάπτυξη και την επιστημονική χρήση του όρου, την οποία εντοπίζει ο Μ. Brint, που το 1991 επιδιώκει να αποτυπώσει τη γενεαλογία του. Ο συγγραφέας αυτός διακρίνει τρεις βασικές διαφορετικές παραδόσεις στην ιστορία της «πολιτικής κουλτούρας», με την πρώτη να αναφέρεται στη γαλλική κοινωνιολογική παράδοση από τον Montesquieu στον Tocqueville, τη δεύτερη να παραπέμπει στη γερμανική παράδοση της «πολιτισμικής φιλοσοφίας» από τον Kant στον Weber, και τέλος, την τρίτη, ακριβώς στην «συμπεριφορική» και πιο «επιστημονική» παράδοση που αναπτύχθηκε μεταπολεμικά και έφτασε στο απόγειό της τη δεκαετία του 1960 (Brint, 1991, σσ.3-8). Οι Hague και Harrop, 2011, μάλιστα, αποδίδοντας κεφαλαιώδη σημασία στην έννοια της πολιτικής κουλτούρας για την Πολιτική Επιστήμη, επικεντρώνονται στη μελέτη των Almond και Verba, 1963, και την συγκεκριμένη διερεύνησή τους για την «κουλτούρα πολιτών», και δηλώνουν πως, ότι είναι η δουλειά του Μ. Weber για την πολιτισμική αφετηρία του καπιταλισμού, την οποία ο Weber, 2006, εντοπίζει στον προτεσταντισμό, έτσι λειτουργεί και η «πολιτική κουλτούρα» για τη διερεύνηση των παραγόντων που συμβάλουν στην εμπέδωση της δημοκρατίας. (Βεβαίως, θα δούμε παρακάτω ότι η συγκεκριμένη φυσιογνωμία της «κουλτούρας πολιτών», όπως προτείνεται από τους Almond, Verba, 1963, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί κριτικά).

politismiki pantelidou 63

Για να ξαναγυρίσουμε στον ορισμό των Almond, Verba, 1963, βλέπουμε πως γνωστικά, συναισθηματικά και αξιολογικά στοιχεία καθορίζουν τους προσανατολισμούς των πολιτών και συνθέτουν την πολιτική κουλτούρα μιας κοινωνίας. Αυτή η κλασική πια διατύπωση, παρόλο που αναφέρεται σε προσανατολισμούς απέναντι σε κοινωνικά αντικείμενα, με το χαρακτηρισμό των προσανατολισμών ως ψυχολογικών μπορεί να οδηγήσει σε επιστημονικές αβλεψίες στην περίπτωση που θα κατευθύνει τη μελέτη των πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων, οι οποίες χαρακτηρίζουν μια συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα, αποκλειστικά ως προϊόντων του ψυχισμού των ατόμων που την συνθέτουν. Μια τέτοια προσέγγιση, που θα βρισκόταν σε πλήρη αρμονία με ορισμένες υπερβολές της «συμπεριφορικής αναοριοθέτησης» της Πολιτικής Επιστήμης (Μεταξάς, 1979, σσ. 62-80), που χαρακτήριζαν μια φάση της ανάπτυξής της, δεν αποτελεί στόχο των Almond και Verba, οι οποίοι δηλώνουν ότι επιλέγουν την «πολιτική κουλτούρα» ως εννοιολογικό εργαλείο διότι τους επιτρέπει να συνδυάσουν ανθρωπολογικές, κοινωνιολογικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις (1963, σ. 12)[60]. Αν το καταφέρνουν -τόσο οι ίδιοι, όσο και οι ερευνητές/-ριες που ακολουθούν το αναλυτικό τους υπόδειγμα το οποίο δημιούργησε σχολή στη μελέτη της πολιτικής κουλτούρας διεθνώς- ή αν καταλήγουν να απομονώνουν το ψυχολογικό από το κοινωνικό επίπεδο, είναι άλλη κουβέντα. Πάντως, αποτελεί σαφή αδυναμία του σχετικού τρόπου εννοιολόγησης της πολιτικής κουλτούρας η εγγενής τάση να οδηγεί σε υποτίμηση των ιστορικών και κοινωνικών παραγόντων διαμόρφωσής της. Όπως επίσης και η αποκλειστική επικέντρωση στους «προσανατολισμούς», όπως θα δούμε παρακάτω.

Μια άλλη διατύπωση που συνδέει το ατομικό επίπεδο με το συλλογικό και κάνει σαφέστερη την έννοια της πολιτικής κουλτούρας χωρίς να προσφέρεται για «ψυχολογίστικες» παρερμηνείες, είναι αυτή που υπογραμμίζει τη συνύπαρξη στην έννοια της πολιτικής κουλτούρας ενός μικρο-πολιτικού επιπέδου (το άτομο) και ενός μακρο-πολιτικού (το πολιτικό σύστημα). To ατομικό επίπεδο όχι μόνο δεν καθορίζεται αποκλειστικά από ψυχολογικούς παράγοντες, αλλά αντίθετα, διαμορφώνεται πρωτίστως από κοινωνιολογικούς, όπως έχουν δείξει πολλές εμπειρικές έρευνες τόσο στον τομέα της πολιτικής κοινωνικοποίησης όσο και σε αυτόν της μελέτης της εκλογικής συμπεριφοράς. Ενώ οι Dowse, Hughes, 1972, σσ. 227-228, αναφέρουν ότι η ανάπτυξη της πολιτικής κουλτούρας ως εννοιολογικού εργαλείου αποτελεί ακριβώς μια προσπάθεια να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στις ψυχολογικές ερμηνείες της ατομικής πολιτικής συμπεριφοράς και στις μακρο-κοινωνιολογικές αναλύσεις, οι Pye, Verba, 1972, σ. 8, επιμένουν αντίθετα ότι, το μικρο-πολιτικό επίπεδο καθορίζεται από ψυχολογικές ερμηνείες της ατομικής πολιτικής συμπεριφοράς. Στη δε κλασική μελέτη της εκλογικής συμπεριφοράς στο πλαίσιο της αμερικανικής πολιτικής κουλτούρας, για παράδειγμα, των Campbell, Converse, Miller, Stokes, (1964, κεφ. 3 και ιδιαίτερα σ. 13), οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η επιλογή τού τι θα ψηφίσει κανείς στις εκλογές «απορρέει άμεσα από μια μήτρα ψυχολογικών δυνάμεων»[61]. Παρατήρηση που, βεβαίως, διαψεύδεται από πολλές τεκμηριωμένες μελέτες τόσο για την ταξικότητα της ψήφου, όσο και για άλλες σημαντικότατες παραμέτρους που συνδέονται και με τη συγκυρία.

Αλλά, βέβαια, ενώ οι ψυχολογισμοί Αμερικανών συναδέλφων τους, συχνά ξαφνιάζουν Ευρωπαίους πολιτικούς επιστήμονες, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον η γενικότερη κριτική που κάνουν οι Berger, Luckmann, 1981, σ. 79 και σ. 222, στη σύγχρονή τους αμερικανική κοινωνιολογία, σχετικά με την τάση της να υποτιμά το πρώτο διαλεκτικό σημείο της κοινωνικής πραγματικότητας: Το ότι δηλαδή «η κοινωνία είναι ανθρώπινο προϊόν», τάση που ευνοεί και ευνοείται από απλοϊκές ψυχολογικές αναγωγές. Οι τελευταίες αναμφίβολα διευκολύνονται/ευνοούνται και από το είδος των ερευνητικών ερωτημάτων που έθεταν οι κεντρικοί εισηγητές της πολιτικής κουλτούρας ως εννοιολογικό εργαλείο, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για τους υποκειμενικούς προσανατολισμούς των πολιτών και επεδίωκαν να τους μελετήσουν με στόχο να εντοπίσουν τι είδους είναι η «κουλτούρα πολιτών» που μπορεί να συμβάλει στην εμπέδωση της δημοκρατίας.

politismiki pantelidou 64

Οι αναφορές αυτές δεν έχουν ως στόχο να αμφισβητήσουν ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά εκδηλώνεται στη βάση της συνολικής προσωπικότητας του υποκειμένου, στη διαμόρφωση της οποίας συμβάλλουν, εκτός από τις συγκεκριμένες κοινωνικές εμπειρίες του που κατά προτεραιότητα την διαμορφώνουν, και πολλοί άλλοι παράγοντες, τους οποίους μπορούμε να αποκαλέσουμε κληρονομικούς, νευρο-φυσιολογικούς, ψυχολογικούς κ.λπ. που είναι όμως και αυτοί, αναπόφευκτα, κοινωνικά σημασιοδοτημένοι. Με τους ψυχολογικούς παράγοντες να λειτουργούν με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν στο συγκεκριμένο ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο το οποίο και τους νοηματοδοτεί. Δεν είναι προφανώς α-ιστορικά δεδομένοι, και συνεπώς δεν αντιπαραβάλλονται στους κοινωνικούς, αλλά μάλλον καθορίζονται από τους τελευταίους. Δεν θα είχε θέση εδώ η ανάπτυξη προβληματικής γύρω από το ψυχολογικό ή/και το κοινωνιολογικό επίπεδο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Εξάλλου, η επιλογή κάθε φορά είναι θέμα οπτικής γωνίας σε σχέση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης μελέτης[62]. Ωστόσο εμείς, ως κοινωνικοί επιστήμονες, ενδιαφερόμαστε πρωτίστως για τον τρόπο διαμόρφωσης και την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων και των διαδικασιών που συνιστούν αντικείμενα της μελέτης μας, με το συγκεκριμένο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο και την ιστορική πορεία εξέλιξής του να αποτελούν απαραίτητα/καθοριστικά σημεία αναφοράς.

Αλλά ο υπερτονισμός των ψυχολογικών παραγόντων στην κλασική βιβλιογραφία περί πολιτικής κουλτούρας δεν είναι άσχετος και με μια άλλη παρατήρηση, ουσιαστικότερη ίσως, που πρέπει να διατυπώσουμε. Οι μέχρι τώρα αναφορές στην έννοια της πολιτικής κουλτούρας την παρουσιάζουν, κυρίως, ως ανεξάρτητη μεταβλητή, ενώ το πολιτικό σύστημα που «επηρεάζεται και από το πώς οι πολίτες προσλαμβάνουν την πολιτική πραγματικότητα» τοποθετείται στη θέση της εξαρτημένης μεταβλητής. Αγνοείται δηλαδή το ότι η πολιτική κουλτούρα εν μέρει διαμορφώνεται και από τη λειτουργία του ίδιου του πολιτικού συστήματος, την οποία βεβαίως και επηρεάζει. Ακόμα και αν πρόκειται για λογική σύμβαση, που μας επιτρέπει να μελετήσουμε τη διαντίδραση «πολιτική κουλτούρα προς πολιτικό σύστημα», η περιοριστική αυτή αντίληψη των σχέσεων κουλτούρας και συστήματος, αν θεωρηθεί ως αποκλειστική, οδηγεί σε σοβαρές επιστημολογικές αυθαιρεσίες. Αυτές πηγάζουν πολύ συχνά από τις θεωρητικές ανησυχίες των βασικών εισηγητών της πολιτικής κουλτούρας ως εννοιολογικού εργαλείου, τους Almond και Verba, 1963, οι οποίοι είχαν, όπως είπαμε, ως στόχο να ερευνήσουν τι είδους πολιτική κουλτούρα συμβάλλει στη διαμόρφωση δημοκρατικού πολιτικού συστήματος. Είναι φανερό ότι πρόκειται για λειτουργιστική ερευνητική υπόθεση, που εξυπηρετείται από «συμπεριφορική προσέγγιση» στο πεδίο της συγκριτικής πολιτικής, κάτι που εμποδίζει την σφαιρική προσέγγιση του αντικειμένου της μελέτης.

Είναι αναμφισβήτητο όμως ότι το ίδιο το πολιτικό σύστημα αποτελεί πολύ σημαντικό συντελεστή στη διαμόρφωση της πολιτικής κουλτούρας. Και πραγματικά ξαφνιάζει το πόσο έχει υποτιμηθεί αυτή η πλευρά της σχέσης κουλτούρα - σύστημα στις πολιτολογικές έρευνες που αναφέρονται στην πολιτική κουλτούρα[63]. Η Pateman, 1971, τονίζει ακριβώς τη θεωρητική αδυναμία μιας προσέγγισης σαν των Almond και Verba, 1963, η οποία διαχωρίζει απόλυτα το επίπεδο της κουλτούρας από αυτό των δομών, επίπεδα που, αντίθετα, είναι αλληλένδετα και αλληλοεξαρτώμενα. Αυτή η υποτίμηση μάς εμποδίζει να συλλάβουμε την πολιτική κουλτούρα στη δυναμική και μεταβαλλόμενη όψη της, αγνοεί τους παράγοντες που συνέβαλαν ιστορικά στη διαμόρφωσή της, υποτιμά τη σημασία των δομικών παραγόντων της πολιτικής διαδικασίας και δημιουργεί ερωτηματικά σχετικά με το πώς διαμορφώνονται τελικά οι εθνικές πολιτικές κουλτούρες. Ερωτηματικά με ιδεολογικές προεκτάσεις, που σχετίζονται με πολλαπλά στερεότυπα σχετικά με τον «εθνικό χαρακτήρα» διαφόρων λαών[64]. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, η απλουστευτική πρόσληψη της «πολιτικής κουλτούρας» στην οποία δεν εμπεριέχεται μια προβληματική για τη διαδικασία διαμόρφωσής της, εγείρει την υποψία -που διατυπώθηκε από κριτικές αναγνώσεις της μελέτης των Almond, Verba, 1963-, ότι η έννοια αυτή «είναι ελάχιστα παραπάνω από μια πιο εξελιγμένη διατύπωση των απλοϊκών υποθέσεων για την ύπαρξη ενός υποτιθέμενου εθνικού χαρακτήρα» (Hague, Harrop, 2011). Αλλά η βασική διάκριση μεταξύ των δύο εννοιολογικών εργαλείων, (εθνικής) πολιτικής κουλτούρας και εθνικού χαρακτήρα, αφορά στη συνάφεια που «εγγενώς», με βάση το ιστορικό της χρήσης της, έχει η έννοια του εθνικού χαρακτήρα με τη φύση, ενώ η εθνική πολιτική κουλτούρα αντίστοιχα, με την ιστορία. Διάκριση βαρύνουσας σημασίας και ενδεικτική της ερευνητικής χρησιμότητας της «πολιτικής κουλτούρας».

politismiki pantelidou 65

Είναι χαρακτηριστικό ότι, αφού ο «εθνικός χαρακτήρας» απορρίφθηκε ως εννοιολογικό εργαλείο για τους ρατσιστικούς απόηχους με τους οποίους ήταν μερικές φορές φορτισμένη η χρήση του, έγινε προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί χωρίς καμία αξιολογική φόρτιση για να απαντηθεί το ερώτημα σε ποιο βαθμό ένα συγκεκριμένο κοινωνικο-πολιτισμικό σύστημα παράγει ιδιαίτερο τύπο κοινωνικού χαρακτήρα. Μάλιστα, οι Almond και Verba, 1963, σσ. 11-12, αναφέρονται στη σημαντική συμβολή των αναλύσεων που αφορούν τον «εθνικό χαρακτήρα» στη διαμόρφωση της έννοιας της πολιτικής κουλτούρας ως αναλυτικής κατηγορίας. Πάντως, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η βιβλιογραφία του «εθνικού χαρακτήρα» υπερτονίζει τον αμετάβλητο χαρακτήρα εθνικών γνωρισμάτων (Lynn, 1971), και γι' αυτό πάσχει επιστημονικά.

Ας σημειωθεί επίσης ότι αν υποτιμήσουμε τη φορά της σχέσης «σύστημα προς κουλτούρα», η πολιτική κουλτούρα ως ερευνητική κατηγορία δεν προσφέρεται για τη μελέτη κοινωνιών που διέρχονται φάσεις δραστικών αλλαγών στο πολιτικό τους σύστημα, λόγω μετασχηματισμών στην κοινωνική κατανομή της εξουσίας. Σχετικές μελέτες, για κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς που διέρχονταν φάσεις σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, ανέδειξαν κριτικά τον περιοριστικό αυτό χαρακτήρα της εννοιολόγησης της πολιτικής κουλτούρας. (Fagen, 1969 και Tucker, 1973, σσ. 173-190.) Εξάλλου, ιδιαίτερα στη συγκριτική εμπειρική έρευνα, αν δεχτούμε την πολιτική κουλτούρα αποκλειστικά ως ανεξάρτητη μεταβλητή, τα συμπεράσματα είναι προ-προσανατολισμένα και συχνά «παράδοξα»[65].

Στην έκδοση του 1978 του Comparative politics των Almond και Bingham Powell, που σε σχέση με την πρώτη έκδοση του 1966 αποτελεί «ένα βιβλίο που ξαναγράφτηκε από την αρχή μέχρι το τέλος» αφού έγινε προσπάθεια, σύμφωνα με τους συγγραφείς του, να συμπεριληφθούν τα πορίσματα της πρόσφατης βιβλιογραφίας στον κλάδο της Συγκριτικής Πολιτικής, η προσέγγιση εμπλουτίζεται και η πολιτική κουλτούρα παρουσιάζεται και ως εξαρτημένη μεταβλητή (Almond, Bingham Powell, 1978, τον Πρόλογο.) Ορίζεται δηλαδή, ως «το σύνολο των στάσεων, πεποιθήσεων και συναισθημάτων που σχετίζονται με την πολιτική και που υπάρχουν σε ένα έθνος σε μια δεδομένη στιγμή. Αυτή η πολιτική κουλτούρα μορφοποιήθηκε από την ιστορία του συγκεκριμένου έθνους και από την κοινωνική, οικονομική και πολιτική πραγματικότητα» (στο ίδιο, σ. 25). Από «τους υποκειμενικούς προσανατολισμούς που αφορούν την πολιτική δράση» (Almond, 1956), διατύπωση με την οποία περιέγραφε την πολιτική κουλτούρα το 1956, βλέπουμε ότι είναι πολύ μεγάλη η απόσταση που έχει διανύσει η σκέψη του Almond, όσον αφορά την εννοιολόγηση της πολιτικής κουλτούρας. Πλέον υπογραμμίζονται και οι παράγοντες διαμόρφωσής της[66]. Ωστόσο, σταθερά, η εννοιολόγηση της πολιτικής κουλτούρας οριοθετείται από υποκειμενικές στάσεις, πεποιθήσεις, συναισθήματα, τελικά «προσανατολισμούς», αλλά όχι συμπεριφορά και συλλογική δράση. Θα επανέλθουμε στο ζήτημα αυτό.

politismiki pantelidou 66

Γενικότερα, αξίζει να σημειώσουμε ότι σε μελέτη του 1976 μετρήθηκαν πάνω από τριάντα διαφορετικοί ορισμοί της έννοιας της πολιτικής κουλτούρας, ενώ οι ουσιαστικότερες διαφωνίες επικεντρώθηκαν ακριβώς γύρω από την ευρύτητά της ως εννοιολογικό εργαλείο, όπως αναφέρει ο Brown, 1984, στην Εισαγωγή.

Ο συγγραφέας αυτός παρατηρεί ότι, ενώ η πλειονότητα των μελετητών/-ριών της πολιτικής κουλτούρας υιοθετεί μια στενή οριοθέτηση της έννοιας που επικεντρώνεται σε «υποκειμενικούς προσανατολισμούς», αντίθετα όσοι/ες μελετούν κομμουνιστικές κοινωνίες της δεκαετίας του 1980 υιοθετούν ευρύτερη, περιλαμβάνοντας και τη συμπεριφορά. Έτσι ο Paul, 1979, μελετώντας την πολιτική κουλτούρα της Τσεχοσλοβακίας, ορίζει την πολιτική κουλτούρα ως το σύνολο αξιών, συμβόλων, και προτύπων στάσεων και συμπεριφορών που συγκροτούν το υπόβαθρο της πολιτικής. Αντίστοιχα, ο White, 1979, αναφέρεται σε ένα πλέγμα συμπεριφορών και στάσεων στο πλαίσιο του οποίου είναι εντοπισμένο το πολιτικό σύστημα, ενώ μελετά τη Σοβιετική πολιτική κουλτούρα. Είναι εύλογο να διερωτηθεί κανείς σε τι οφείλεται η ενδιαφέρουσα αυτή διαφοροποίηση της προσέγγισης ανάλογα με το πραγματολογικό υλικό[67]; Είναι πράγματι αυτό το τελευταίο που καθοδηγεί τη συμπερίληψη της συμπεριφοράς; Οφείλεται κυρίως στην επιστημονική συγκρότηση των ερευνητών/-ριών, άλλοι/-ες εκ των οποίων επικεντρώνονται στην υποκειμενικότητα και τη διαμόρφωσή της, ενώ άλλοι/-ες στην έμπρακτη εξωτερίκευση στάσεων και προδιαθέσεων μέσω της συμπεριφοράς, κάτι που επιτρέπει και τη συμπερίληψη της συλλογικής δράσης; Ένας συνδυασμός των δύο υποθέσεων ερμηνεύει, νομίζω, την διεύρυνση αυτή, με αφορμή τη μελέτη πολιτισμικών συνιστωσών της πολιτικής διαδικασίας σοσιαλιστικών συστημάτων. Σίγουρα πάντως, αυτή συνδέεται και με το ότι η κατηγορία των μελετητών αυτών χαρακτηρίζεται πρωτίστως από κοινωνιολογικές ανησυχίες.

Πάνω από μια εικοσαετία έχει παρέλθει από την εποχή της διεύρυνσης της «πολιτικής κουλτούρας» με τη συμπερίληψη και της πολιτικής συμπεριφοράς. Αναμφίβολα οι σημαντικότατες αλλαγές που έχουν συντελεστεί τόσο από την εποχή της δυναμικής φάσης της εμπειρικής χρήσης της πολιτικής κουλτούρας στην καθιερωμένη Πολιτική Επιστήμη, όσο και από την περίοδο της χρήσης της για τη μελέτη σοσιαλιστικών καθεστώτων λίγο πριν από την κατάρρευση, καθιστούν αναγκαίες αναθεωρήσεις και επανεξετάσεις. Οι αλλαγές αυτές παρατηρούνται στις σύγχρονες πολιτικές κουλτούρες που αποτελούν καθιερωμένα αντικείμενα μελέτης και σχετίζονται με τη μείωση στην κομματική ταύτιση και την εκλογική συμμετοχή των πολιτών, τη μείωση της πολιτικής εμπιστοσύνης, την αύξηση των ταυτοτικών διεκδικήσεων και την ανάπτυξη των «νέων κοινωνικών κινημάτων». Με παράλληλη ενίσχυση μεταϋλιστικών, αλλά και ατομοκεντρικών προτύπων, και πιο πρόσφατα, με την εμφάνιση νέων μορφών πολιτικής παρέμβασης και ad hoc συλλογικών δράσεων. Όλα αυτά, κάνουν πράγματι απαραίτητη μια επανεξέταση τόσο της «πολιτικής κουλτούρας» ως εννοιολογικό εργαλείο στην έρευνα, όσο και της βιβλιογραφίας που την αφορά (Gibbins, 1989). Σε έναν κόσμο που αμφισβητεί βεβαιότητες και παραδοσιακές διαιρετικές τομές, οι πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας αλλάζουν χαρακτήρα και αποκτούν ίσως νέα βαρύτητα. Ο εντοπισμός των παραγόντων που συμβάλλουν στη διαμόρφωσή τους, και η αξιολόγηση της επιρροής τους, καθώς και η επεξεργασμένη οριοθέτηση της πολιτικής κουλτούρας ως εννοιολογικού εργαλείου ανάγονται έτσι σε επιστημονικές προτεραιότητες.

H αντίληψη για την πολιτική κουλτούρα που διέπει την πρόταση για το ζήτημα που παρουσιάζουμε εδώ, χαρακτηρίζεται από αμφίδρομη σχέση μεταξύ πολιτικής κουλτούρας και πολιτικού συστήματος, με έμφαση στους ιστορικούς παράγοντες διαμόρφωσής της, και από μεγάλη ευρύτητα. Αφενός δεν περιορίζεται στις αμιγώς πολιτικές επιδράσεις στο πολιτισμικό πεδίο, αλλά περιλαμβάνει και τις γενικότερες κοινωνικές και ιστορικές που επέδρασαν στον χαρακτήρα της πολιτικής κουλτούρας. H πολιτική κουλτούρα θεωρείται, τόσο ως παράγωγο του παρελθόντος και μερική «αντανάκλαση» της πολιτικής και γενικότερα της κοινωνικής πραγματικότητας, όσο και ως παραγωγός του μέλλοντος. Στο μέτρο που, όπως όλα τα πολιτισμικά φαινόμενα, έχει τη δική της δυναμική και επιδρά στην πολιτική πραγματικότητα. Αυτή η «σχετική αυτονομία» της πολιτικής κουλτούρας από την ιστορική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα που τη γέννησε και της οποίας δεν αποτελεί απλή αντανάκλαση, δημιουργεί τις παρερμηνείες που -όλο και λιγότερο είναι αλήθεια- αποδίδουν τις ιδιαιτερότητες στην πολιτική συμπεριφορά και το πολιτικό σύστημα διαφόρων λαών στον «εθνικό χαρακτήρα» τους, αναπαράγοντας στερεότυπα που «μεταμορφώνουν την ιστορία σε φύση».

politismiki pantelidou 67

Αφετέρου, η ευρύτητα στην πρόσληψη της έννοιας της πολιτικής κουλτούρας καλύπτει και τη συμπερίληψη της πολιτικής συμπεριφοράς, ως αναπαλλοτρίωτου πολιτισμικού στοιχείου της πολιτικής κουλτούρας. Πορίσματα της κοινωνικής ανθρωπολογίας, αλλά και σύγχρονες εξελίξεις της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας με τον ανάπτυξη πληθώρας συλλογικών δράσεων νέου τύπου με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου, ανάγουν την συμπερίληψη αυτή σε απολύτως αναγκαία. Με την επισήμανση της ανάγκης να περιλαμβάνονται στη μελέτη της συμπεριφοράς και τα ενδεχόμενα λανθάνοντα νοήματα, και οι συμβολισμοί. Διότι η «πολιτισμική γραμματική» (Brint, 1991), είναι πολύ πιο πολύπλοκη, απ’ ό,τι φαίνεται επιφανειακά. Με αποτέλεσμα η κατανόηση μιας πολιτικής κουλτούρας να χρειάζεται πολλά περισσότερα από την παρατήρηση και την καταμέτρηση αντιλήψεων και συμπεριφορών. Αν, βέβαια, επιδιώκουμε πραγματικά να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε. Και όχι απλώς να συγκρίνουμε απλουστευτικά παραμέτρους που ενδεχομένως δεν είναι καν συγκρίσιμες, διότι έχουν διαφορετική λειτουργία σε διαφορετικές κοινωνίες και διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια[68].

Αλλά το ζήτημα της συγκριτικής προσέγγισης και των προϋποθέσεων για την επιτυχία της είναι πολύ ευρύτερο[69]. Η δε πολύ σημαντική, ποσοτικά και ποιοτικά, κριτική που διατυπώθηκε στις συμπεριφορικές και θετικιστικές συγκριτικές αναλύσεις διαμόρφωσε αυτό που ονομάστηκε από ορισμένους/-ες -ακολουθώντας τον D. Easton- «μετα-συμπεριφορική επανάσταση» (Brint, 1991, σ. 7). Φάση και τάση που χαρακτηρίζει πλειοψηφικά σήμερα ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα τις κατά τα άλλα, ποικιλόμορφες ερευνητικές προσπάθειες. Είναι δε ενδιαφέρον ότι ο ίδιος ο Easton, που σε πολλά κείμενά του αναφέρεται στην ομιλία του ως προέδρου της American Political Science Association το 1969, όπου διατύπωσε την υπόθεση περί «μετα-συμπεριφορικής επανάστασης», αρνείται να δώσει συγκεκριμένο όνομα στην νέα φάση ανάπτυξης της Πολιτικής Επιστήμης ( Easton, 1997).

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 61-68

Σημειώσεις

[59] Βλ. μια κριτική παρουσίαση της θεωρίας της «πολιτικής ανάπτυξης» με την απαραίτητη βιβλιογραφία, στο Pasquino, 2010.

[60] Βλ. και Dowse, Hughes, 1972, σσ. 226-237. Γενικότερα, για τη θεωρητική παρουσίαση της αναγκαιότητας μιας τέτοιας προσέγγισης στη συγκριτική πολιτική ανάλυση, βλ. Almond, Coleman, 1960, ιδιαίτερα την εισαγωγή του Almond. Βλ. στο Easton, 1991, ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για την ανάπτυξη του συμπεριφορισμού τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή στις ΗΠΑ, λόγω της επιστημονικοφάνειας της προσέγγισης, σε συνθήκες ψυχρού πολέμου και «μακαρθισμού».

[61] Για μια παρουσίαση της προβληματικής της βασικής βιβλιογραφίας που ασχολείται με τους ψυχολογικούς παράγοντες ως κύριες μεταβλητές «στη διαδικασία οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ανάπτυξης», βλ. Pye, 1977, σσ. 115-134.

[62] Για μια συνθετική παρουσίαση αυτού του θέματος, βλ. Rocher, 1968, σσ. 24-39 και 57-61.

[63] Βλ. εμπεριστατωμένη κριτική της σχέσης πολιτική κουλτούρα - πολιτικό σύστημα όπως διαφαίνεται στο Almond και Verba, 1963, στο Barry, 1970 και στο Pateman, 1971, σσ. 291-305. H Pateman αποδίδει αυτή την υποτίμηση της φοράς «σύστημα προς κουλτούρα», στην έμφαση που δίνουν οι Almond και Verba, 1963, στην ψυχολογική πλευρά των προσανατολισμών που συγκροτούν την πολιτική κουλτούρα. Βλ. επίσης και τον συλλογικό, κριτικό τόμο που κυκλοφόρησε δεκαεπτά χρόνια μετά το The civic culture του 1963, από τους ίδιους: Almond, Verba, 1980, αλλά και Brint, 1991, όπου παρουσιαζεται κριτικά η γενεαλογία της «πολιτικής κουλτούρας». Για κριτικές που επικεντρώνονται στις τεχνικές της έρευνας, το δείγμα και τη δειγματοληψία των Almond και Verba, 1963, βλ. Rosamond,1997/2005 και Kavanagh, 1980.

[64] Σχετικά με αυτή την προβληματική, βλ. Inkeles, Levinson, 1969, σσ. 418-506, καθώς και Lipset, Lowenthal, 1961. Για το ιστορικό της εξέλιξης στη χρήση του όρου, βλ. Singer, 1961, σσ. 9-92. Για την έννοια του εθνικού χαρακτήρα και τα επιστημονικά προβλήματα που δημιουργεί η χρησιμοποίηση της ως αναλυτικής κατηγορίας στις πολιτολογικές έρευνες, βλ. Τερλεξής, 1975, σσ. 49 54. Βλ. και παρακάτω, Κεφάλαιο 5.

[65] Βλ. αναφορές σε συγκεκριμένα παραδείγματα στο Dogan, Pelassy, 1982, σσ. 66-67.

[66] Για μια σε βάθος ανάλυση της εξέλιξης στη σκέψη του G. A. Almond καθώς και στην εννοιολόγηση και το επιστημονικό ιστορικό της «πολιτικής κουλτούρας», βλ. Καφετζής, 1996.

[67] Είναι ενδιαφέρον να προσθέσουμε ότι και η αναθεωρητική προσέγγιση του Goldfarb, 1991, 2012, με βάση την εμπειρία του από τη σοσιαλιστική Πολωνία, καταλήγει στην ανάγκη «επανεφεύρεσης» της έννοιας της πολιτικής κουλτούρας.

[68] Bλ. MacIntyre, 1978, σ. 262, ο οποίος διερωτάται κριτικά αν, χρησιμοποιώντας την «αίσθηση υπερηφάνειας» για πολιτικά αντικείμενα ως δείκτη πολιτικής αλλοτρίωσης, οι Almond, Verba, 1963, αναρωτήθηκαν μήπως η ίδια η έννοια της υπερηφάνειας έχει διαφορετικές συνδηλώσεις στην Ιταλία και την Αγγλία. Με αποτέλεσμα, ρωτώντας τους πολίτες των δύο χωρών πόση υπερηφάνεια αισθάνονται για δράσεις της κυβέρνησής τους, στην ουσία να ρωτούν διαφορετική ερώτηση σε κάθε διαφορετική πολιτική κουλτούρα.

[69] Βλ. ενδεικτικά, MacIntyre, 1978, Taylor, 1985, Geertz, 1973 και Λυριντζής, 1990.

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ