Menu
16 / 11 / 2018 - 10:01 am
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 80

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

5.2. Πολιτική κουλτούρα, πολιτικές και κοινωνικές υποκουλτούρες

Υποστηρίχτηκε παραπάνω ότι η κουλτούρα μιας κοινωνίας, προϊόν της ιστορικής εμπειρίας της κοινωνίας αυτής, αποτελεί ολότητα από την οποία αποχωρίζουμε όσα στοιχεία είναι περισσότερο φορτισμένα με πολιτικότητα, και έτσι συγκροτούν την πολιτική κουλτούρα αυτής της κοινωνίας, για να τα μελετήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος (έχοντας πάντα στο μυαλό μας ότι, το όλο πολιτισμικό σύστημα είναι δυναμικό και όχι στατικό, γι' αυτό αναφερόμαστε κατά προτίμηση στην έννοια της «διαδικασίας»).

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μιλώντας για πολιτική κουλτούρα έχουμε να κάνουμε με ένα ομοιογενές και λειτουργικά ενοποιημένο σύνολο, μια «εθνική» πολιτική κουλτούρα που έχει διαποτίσει αναλογικά όλα τα κοινωνικά στρώματα και όλες τις κοινωνικές κατηγορίες. Αντίθετα, η πολιτική κουλτούρα μιας κοινωνίας που την συνθέτουν φορείς διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων και οραμάτων, αποτελείται από διαφορετικές υποκουλτούρες, με άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο σαφείς διαφοροποιήσεις στα συνθετικά χαρακτηριστικά τους. Τις περισσότερες φορές, όταν δεν αναφερόμαστε σε κοινωνίες με ριζικές αντιθέσεις (φυλετικές ή εθνότητας) ή σε όσες βρίσκονται σε φάσεις (επαναστατικές) που οι κοινωνικές αντιθέσεις εκφράζονται ως ριζικές, δεν βλέπουμε αυστηρά και σαφώς διαχωρισμένες υποκουλτούρες. Αλλά μάλλον κοινωνικά/πολιτισμικά σύνολα, καθένα από τα οποία έχει τις δικές του, περισσότερο ή λιγότερο διαμορφωμένες, αλλά επικαλυπτόμενες παραδόσεις.

Στο ατομικό επίπεδο αυτή η «πολυσυμμετοχική» δομή, που καλύπτει και τις κοινές σε όλους/-ες και τις ιδιαίτερες εμπειρίες, διαψεύδει συχνά τόσο ορισμένους απλοϊκούς επαγωγικούς συλλογισμούς σε σχέση με τις πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις που θα ήταν «αναμενόμενο να έχουν» τα μέλη κάποιας υποκουλτούρας, όσο και, αντίθετα, γενικεύσεις, οι οποίες έχουν ως σημείο αναφοράς την «εθνική» πολιτική κουλτούρα. Ας σημειωθεί ότι την έννοια της υποκουλτούρας την προσλαμβάνουμε εδώ με την αυστηρά τεχνική εννοιολόγησή της, χωρίς καμία απολύτως αξιολογική χροιά. Δηλαδή, ως πολιτισμικό υποσύνολο σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό σύνολο το οποίο συνιστά κάθε εθνική πολιτική κουλτούρα. Η ταξική αναφορά και το φύλο αποτελούν παραδοσιακά σημαντικότατους παράγοντες διαμόρφωσης διαφορετικών πολιτισμικών υποενοτήτων, με την έννοια της υποκουλτούρας, στις κοινωνίες, με την διαφοροποιητική τους βαρύτητα να μεταβάλλεται ιστορικά και ενίοτε συγκυριακά. Είναι προφανώς εύλογο ότι η διαφορετική κοινωνική θέση, η κοινωνική ανισότητα και ο αποκλεισμός, καθώς και οι διαφορετικές υποκειμενικές νοηματοδοτήσεις τους συμβάλλουν στη διαμόρφωση διαφορετικής κοσμοαντίληψης και διαφορετικών συλλογικών αναπαραστάσεων. Με αποτέλεσμα κάθε εθνική πολιτική κουλτούρα να είναι περισσότερο ή λιγότερο ανομοιογενής, σύνθετη και πολυποίκιλη, συμπεριλαμβάνοντας διαφορετικές πολιτισμικές υποενότητες, παραδόσεις που αποκαλούμε υποκουλτούρες.

politismiki pantelidou 81

Ένας πολύ πραγματικός κίνδυνος για τους/ις ερευνητές/ριες που χρησιμοποιούν την «πολιτική κουλτούρα», το χρήσιμο αυτό εννοιολογικό εργαλείο, στην παραδοσιακή της εννοιολόγηση και ιδιαίτερα στη συγκριτική πολιτική ανάλυση είναι η υποτίμηση των κοινωνικών διαφοροποιήσεων μπροστά σε μια υποτιθέμενη «εθνική» πολιτική κουλτούρα. H προαναφερθείσα πρωτοποριακή μελέτη των Almond και Verba, 1963, οι οποίοι μελετούν τις πολιτισμικές βάσεις της δημοκρατίας, πάσχει ακριβώς από αυτή την υποτίμηση του ρόλου που διαδραματίζουν οι διάφορες κοινωνικές υποκουλτούρες, αφού μοιάζει να αναφέρεται σε μια πολιτική κουλτούρα αποκομμένη από το σύστημα κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζει τις κοινωνίες τις οποίες μελετούν. Και έχουν διατυπωθεί πολύ σημαντικές κριτικές για το πρότυπο ανάλυσης της πολιτικής κουλτούρας των δύο πρωτοποριακών εισηγητών του εννοιολογικού αυτού εργαλείου, ακριβώς με επίκεντρο αυτή την υποτίμηση. Οι κριτικές αυτές απορρέουν από πολλούς και διαφορετικούς επιστημονικούς προβληματισμούς (Cot, Mounier, 1974, σσ. 51-56), ενίοτε αμφισβητούν ακόμη και τη δυνατότητα να συγκροτηθεί ερευνητικά ως ερευνητικό αντικείμενο μια εθνική πολιτική κουλτούρα (Kavanagh, 1980, Rosamond, 1997/2005), ενώ αυξήθηκαν σημαντικά από τη στιγμή που η Πολιτική Επιστήμη άρχισε να λαμβάνει υπόψη της τη βιβλιογραφία πολιτικών επιστημόνων σοσιαλιστικών χωρών. Οι τελευταίοι, είχαν μαζικά ως επίκεντρο κριτικής το σημείο αυτό, με αναφορές στην έλλειψη «ταξικής ανάλυσης» που χαρακτηρίζει την εργασία των Almond και Verba, 1963 ( Βλ. Wiatr, 1980, σσ. 103 123). Ο Macpherson, 1977, παρατηρεί ότι αν οι Almond και Verba είχαν επεξεργαστεί την έννοια και την πραγματικότητα της «υποκουλτούρας», θα είχαν πιο συγκροτημένη αντίληψη του ότι οι πολίτες που συμμετέχουν προέρχονται κυρίως από συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα και αντιστοίχως όσοι/-ες δεν συμμετέχουν από άλλα, συγκροτώντας έτσι διαφορετικές υποκουλτούρες με ταξικά κριτήρια.

Η υποτίμηση αυτή του πλέγματος πολιτισμικών υποσυνόλων (με την έννοια της υποκουλτούρας), και συνεπώς η αποσιώπηση των εσωτερικών διαιρέσεων, ταξικών και άλλων, προτείνεται με μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφορές από πολλούς/-ές πολιτικούς επιστήμονες, στις εργασίες των οποίων υφέρπει η αντίληψη της πολιτικής κουλτούρας ως ενοποιημένης/ομοιογενούς ολότητας. Είναι δε ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι συνήθως, από τους/ις ερευνητές/-ριες που υιοθετούν μιαν αντίληψη της πολιτικής κουλτούρας ως ενοποιημένης ολότητας, προτείνεται παράλληλα και μια περιοριστική εκδοχή της πολιτικής κοινωνικοποίησης, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, όπου η διαδικασία αυτή προσλαμβάνεται απλώς ως διαδικασία μεταβίβασης της πολιτικής κουλτούρας από γενιά σε γενιά, χωρίς στοιχεία εξέλιξης και μεταβολής. Είναι φανερή η εργαλειακή προσέγγιση στις κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες που χαρακτηρίζει και τις δύο αυτές θεωρήσεις των πολιτισμικών διαδικασιών.

Την ίδια υποτίμηση των διαφοροποιήσεων στις εκδηλώσεις της πολιτικής κουλτούρας διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων στο πλαίσιο της ίδιας κοινωνίας βρίσκουμε και στον Pye, 1972, που θεωρεί ως ανεξάρτητη μεταβλητή, καθοριστική για το βαθμό σταθερότητας του πολιτικού συστήματος, την ομοιογένεια της πολιτικής κουλτούρας. Μήπως όμως θα μπορούσε να αλλάξει η κατεύθυνση της αιτιότητας, διερωτάται ο Rosamond, (1997/2005, σ. 63), με σημείο αναφοράς αντίστοιχη υπόθεση των Almond και Verba, 1963; Μήπως είναι η σταθερή δημοκρατία και το σταθερό πολιτικό σύστημα αυτά που συμβάλλουν στη δημιουργία πιο ομοιογενούς πολιτικής κουλτούρας; Υποτιμώντας την ύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων και διαφορετικών κοινωνικών πρακτικών στις διάφορες κοινωνικές τάξεις και στρώματα, ο Pye, 1972 (σ. 40 και γενικότερα σσ. 134-138), μοιάζει να εκπλήσσεται αναφερόμενος σε χώρες που βρίσκονται σε «μεταβατικό στάδιο», σημειώνοντας ότι, «στις περισσότερες από τις χώρες αυτές, οι άνθρωποι έχουν μάθει να σκέφτονται πολιτικά με έντονα κομματικό τρόπο και να απορρίπτουν την άποψη ότι είναι δυνατό να υπάρχουν πολιτικά ουδέτεροι και ανεξάρτητοι θεσμοί». Σε άλλη μελέτη όμως, μεταγενέστερη (η πρώτη έκδοση του Pye, 1972, είναι του 1966), ο ίδιος (στο Binder, Pye, Coleman, 1974, σ.103), αναγνωρίζει τους ταξικούς πολιτισμικούς διαχωρισμούς και αναφέρει ότι: «Σε πολλές (αναπτυσσόμενες) χώρες μπορεί να μην υπάρχει μια σαφής και κοινά αποδεκτή μαζική πολιτική κουλτούρα, αλλά μάλλον διάφορες μαζικές κουλτούρες διαφοροποιημένες ανάλογα με την τάξη, την περιοχή, την εθνική κοινότητα ή την κοινωνική ομάδα». Σε αυτή την περίπτωση, δηλώνει ο Pye (στο Binder, Pye, Coleman, 1974), δεν θα υπάρχουν αναγκαστικά προβλήματα «διότι η σταθερή πολιτική ανάπτυξη δεν χρειάζεται μια ομοιογενή πολιτική κουλτούρα». Η διατύπωση αυτή συνιστά σημαντική εξέλιξη στην καθιερωμένη βιβλιογραφία της πολιτικής κουλτούρας της περιόδου.

politismiki pantelidou 82

Αναφερόμενοι/-ες όμως στις διάφορες, περισσότερο ή λιγότερο διαμορφωμένες, κοινωνικές υποκουλτούρες, οι οποίες μορφοποιούνται με βάση τις διαφορετικές εμπειρίες των υποκειμένων ανάλογα με τη θέση τους στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων, δεν πρέπει να υποτιμούμε και το ιδεολογικό επίπεδο που εμπλέκεται στη διαμόρφωση της κουλτούρας κάνοντας το όλο σύστημα εξαιρετικά πολύπλοκο. Διότι δεν υπάρχει, βεβαίως, κανένας αυτοματισμός στις αντιστοιχίες μεταξύ του κοινωνικού και του ιδεολογικού επιπέδου. Οι «εμπειρίες» ερμηνεύονται και νοηματοδοτούνται κατά πολλούς και διαφορετικούς τρόπους από τα υποκείμενα που τις βιώνουν. Στο μέτρο που υπάρχει μια πολιτική κουλτούρα της εργατικής τάξης (ταξική υποκουλτούρα) για παράδειγμα, αυτή προφανώς δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την ενδεχόμενη κομμουνιστική κουλτούρα (ιδεολογική υποκουλτούρα). Εξάλλου, το ίδιο χαρακτηριστικό για παράδειγμα, μια στάση κυνική απέναντι στα πολιτικά πράγματα ή η αδιαφορία απέναντι στην πολιτική, εκφράζονται διαφορετικά, αλλά κυρίως (ενδέχεται να) έχουν διαφορετικό κοινωνικό και πολιτικό ρόλο ανάλογα με την κοινωνική προέλευση του/ης εκφραστή/-άστριας τους, αλλά και την ιδεολογική του/ης τοποθέτηση. O Wright, 1985, σ. 245, υποστηρίζει ότι η ιδεολογία αφορά τη διαδικασία διαμόρφωσης της ανθρώπινης συνείδησης, ενώ η κουλτούρα μπορεί να θεωρηθεί ως διάσταση της κοινωνικής πρακτικής που διαμορφώνει τα μη συνειδητά στοιχεία της υποκειμενικότητας.

Ας σημειωθεί ότι υπάρχουν βασικά δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες από τις οποίες είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί το θέμα της σχέσης της πολιτικής κουλτούρας με την ιδεολογία. Μια είναι αυτή που ξεχωρίζει την ιδεολογία στο πλαίσιο της πολιτικής κουλτούρας λόγω της μεγαλύτερης συνοχής και συγκροτημένης υπόστασης της πρώτης. H άλλη οπτική είναι αυτή που αντιμετωπίζει την πολιτική κουλτούρα ως συστατικό στοιχείο της κυρίαρχης ιδεολογίας, και στηρίζεται στις θεωρητικές επεξεργασίες του Gramsci, 1971, για την ηγεμονία. Απαντώντας στο ερώτημα, γιατί δεν έχει υπάρξει σε καμία χώρα επιτυχής ανατροπή ανεπτυγμένου καπιταλιστικού καθεστώτος, ενώ η ταξική ανισότητα θα καθιστούσε κάτι τέτοιο θεμιτό, ο Gramsci κατέληξε στην υπόθεση ότι αυτό οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο η κυρίαρχη τάξη εξουσιάζει: Δια της συναινέσεως και όχι δια του καταναγκασμού. Δηλαδή, λόγω της πολιτισμικής της ηγεμονίας που δημιουργεί τα θεωρούμενα ως αυτονόητα, την «κοινή λογική», τα ταξικά στερεότυπα που αναπαράγονται ακόμη και ανεξαρτήτως ταξικής θέσης, και, γενικότερα, μέσω μιας κοσμοαντίληψης που αντικειμενικά εξυπηρετεί την άρχουσα τάξη. Οι δύο αυτές προσεγγίσεις για τις σχέσεις κουλτούρας και ιδεολογίας δεν αλληλοαναιρούνται, αφού αποτελούν οπτικές που βασίζονται σε διαφορετικούς ορισμούς της έννοιας και του εύρους της «πολιτικής κουλτούρας»[80]. Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η «πολιτική κουλτούρα» είναι όντως ευρύτερη έννοια από την ιδεολογία, αφού περιλαμβάνει στάσεις, αντιλήψεις, αξίες, αναπαραστάσεις και συμπεριφορές, αλλά η ιδεολογία, λόγω του ποιο συγκροτημένου, συμπαγούς, δομημένου και επιπλέον έκδηλα κανονιστικού χαρακτήρα της, που της επιτρέπει να λειτουργεί ως μήτρα πρόσληψης και ερμηνείας της κοινωνικοπολιτικής «πραγματικότητας», (μπορεί να) υπηρετείται άρρητα από τις ευρύτερες πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας, που συγκροτούν την πολιτική κουλτούρα. Έτσι, ενώ μιλάμε για Αριστερή και Δεξιά ιδεολογία, μιλάμε επίσης και για Αριστερή και Δεξιά πολιτική (υπό-) κουλτούρα που καθορίζεται από την αντίστοιχη ιδεολογία, αλλά περιλαμβάνει και όλες τις πολιτισμικές εκφράσεις και πρακτικές που καθορίζονται (όχι μονοσήμαντα και προφανώς ποικιλόμορφα) από την αριστερή ή δεξιά αυτοτοποθέτηση. Από τη στιγμή δε που δεχόμαστε ότι οι αξίες αποτελούν, τόσο υποκειμενικά όσο και συλλογικά, στοιχείο της πολιτικής κουλτούρας, η στενότατη σύνδεση κουλτούρας και ιδεολογίας γίνεται προφανής.

politismiki pantelidou 83

Βεβαίως υπάρχουν και άλλες, πολύ λιγότερο επεξεργασμένες (και εσφαλμένες) αναφορές στη σχέση πολιτικής κουλτούρας και ιδεολογίας, όπως αυτή του Macridis, 1978, όπου υποστηρίζεται ότι η πολιτική κουλτούρα αναφέρεται «σε αυτό που άλλοι έχουν αδρά ονομάσει ιδεολογία», ταυτίζοντας τις δύο έννοιες. Ίσως ο Macridis να αναφέρεται σε μια άλλη διάκριση, που χωρίζει την ιδεολογία σε συνειδητή και ασυνείδητη ή λανθάνουσα, και να υπονοεί τη δεύτερη έννοια (Patrick, 1984, σσ. 296-297). Στην περίπτωση αυτή, ενδεχομένως τα όρια «ιδεολογίας» και κουλτούρας να χάνονται, αλλά χάνεται και ο συγκροτημένος και δομημένος χαρακτήρας της ιδεολογίας. Η αναφορά θα έπρεπε να γίνει μάλλον σε επιμέρους στάσεις ή αντιλήψεις, παρά στην ιδεολογία. Υπάρχει και η άποψη ότι, για κάποιους/-ες ερευνητές/-ριες η χρήση της έννοιας της πολιτικής κουλτούρας αποτέλεσε συνειδητή επιλογή με στόχο να αποφευχθεί η έννοια της ιδεολογίας λόγω των μαρξιστικών της απόηχων (Βλ. Patrick, 1984, η οποία παραπέμπει στους Bell και Tepperman, 1979, σ.31). Ή γιατί στο αμερικάνικο πολιτικό σύστημα μοιάζει η «ιδεολογία» να έχει αρνητικές συνδηλώσεις, που παραπέμπουν στο δογματισμό και τη διανοητική δυσκαμψία (Wilson, 1992). Αλλά βεβαίως, σε κάθε περίπτωση θα ήταν λάθος να θεωρηθούν οι δύο έννοιες ως εναλλακτικές[81].

Ενώ είναι αδιαμφισβήτητη η πολιτισμική διαφοροποίηση της ταξικής αναφοράς στο επίπεδο της πολιτικής κουλτούρας (αρκεί να σκεφτεί κανείς απλώς και μόνο, την ταξικά διαφοροποιημένη κατανομή της αίσθησης ματαιότητας και αναποτελεσματικότητας, όσον αφορά την υποκειμενική πολιτική συμμετοχή), και ενώ όντως υποτιμάται η ύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων στο εσωτερικό των κοινωνιών τις οποίες μελετούν οι καθιερωμένοι στη βιβλιογραφία της πολιτικής κουλτούρας συγγραφείς που αναφέραμε, συχνά υπάρχει ένας άλλος διαχωρισμός περισσότερο τεχνικός: «Σε όλα τα πολιτικά συστήματα υπάρχουν δύο πολιτικές κουλτούρες, μια πολιτική κουλτούρα της ελίτ και μια πολιτική κουλτούρα των μαζών»[82]. Ο διαχωρισμός σε αυτή την περίπτωση δεν γίνεται με αυστηρά κοινωνικά ή ιδεολογικά κριτήρια και η αναλυτική του εμβέλεια είναι περιορισμένη: Διότι, συνήθως αναφερόμαστε όχι στην πολιτική κουλτούρα των κοινωνικών ελίτ, αλλά σε αυτή των πολιτικών ελίτ. Έτσι, στην πρώτη κατηγορία πολιτικής κουλτούρας κατατάσσονται τα άτομα που έχουν ενεργό ρόλο στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος και άμεση επιρροή στις εκροές του ανεξαρτήτως ταξικής θέσης ή προέλευσης (για παράδειγμα, περιλαμβάνονται υψηλά συνδικαλιστικά στελέχη εργατικών σωματείων), ενώ στη δεύτερη όλοι/-ες οι υπόλοιποι/-ες. Είναι φανερό ότι οι δύο αναλύσεις, η πιο κοινωνιολογική και η περισσότερο τεχνική, δεν είναι εναλλακτικές, ούτε αλληλο-αποκλείονται. Αντίθετα, η μια συμπληρώνει την άλλη, αλλά είναι σαφώς διαφορετικής βαρύτητας και κοινωνικοπολιτικής σημασίας. Προφανώς οι ταξικές υποκουλτούρες, οι υποκουλτούρες φύλου, οι ιδεολογικές υποκουλτούρες και αυτές που σχετίζονται με διαφορετικές τοπικές και άλλες πολιτικές παραδόσεις έχουν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από την αναφορά σε μια ενιαία πολιτική υποκουλτούρα των στενά πολιτικών ελίτ, ο τρόπος ένταξης στην οποία, ενδεχομένως ποικίλλει ανάλογα με βασικότερες και ουσιαστικότερες πολιτισμικές αναφορές. Από την άλλη, μια διάκριση μεταξύ μιας πιο λαϊκής πολιτικής κουλτούρας και αυτής των κοινωνικών ελίτ, θα ήταν προφανώς απολύτως δόκιμη, αλλά στην περίπτωση αυτή θα ξαναγυρίζαμε στις πολιτισμικές εκφράσεις ταξικών υποσυνόλων, με την έννοια της υποκουλτούρας.

5.3 Πολιτική κουλτούρα, κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα και «σταθερές»

Ενώ στις αναλύσεις μας για την πολιτική κουλτούρα μιας κοινωνίας είναι επιτακτική ανάγκη να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι αποτελείται από υποκουλτούρες, κοινωνικές και άλλες -και είναι θέμα της εμπειρικής έρευνας να δείξει σε ποιο βαθμό είναι διαχωρισμένες μεταξύ τους-μπορούμε παρόλα αυτά να μιλάμε, για παράδειγμα, για ελληνική πολιτική κουλτούρα. Συχνά οι αναφορές στην ελληνική πολιτική κουλτούρα γίνονται με την έννοια τόσο της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας, όσο και με αυτή (που δεν είναι βέβαια ανεξάρτητη από την προηγούμενη) των μερικών συγκεκριμένων σταθερών, οι οποίες αποτελούν πολιτισμικές εκφράσεις σχετιζόμενες με την πολιτική και οι οποίες φαίνεται ότι λειτουργούν «ανεξάρτητα» από την κοινωνική προέλευση των εκφραστών τους. Ή ακόμη και από καθαρά πολιτικά μεγέθη, όπως είναι η αυτοτοποθέτηση του/ης κάθε πολίτη στον άξονα Αριστεράς-Δεξιάς. Αυτό το τελευταίο σημείο, το οποίο εκφράζει βέβαια μια υπόθεση εργασίας που για να διατυπωθεί με βεβαιότητα θα πρέπει να στηριχθεί σε πολλές εμπειρικές έρευνες, ενισχύει τόσο την αντίληψη της πολιτικής κουλτούρας ως μέρους ενός όλου, της γενικής «κοινωνικής» κουλτούρας ενός λαού, όσο και την αρχική μας διατύπωση που αναφέρεται στον διττό χαρακτήρα της πολιτικής κουλτούρας ως παράγωγου του παρελθόντος αλλά και δυνητικά ως «παραγωγού του μέλλοντος».

politismiki pantelidou 84

Αν όμως οι «σταθερές» πράγματι εξ ορισμού θεωρούμε ότι χαρακτηρίζουν συνολικά μια εθνική πολιτική κουλτούρα, και ενίοτε τις ταυτίζουμε με αυτήν, θα πρέπει να έχουμε συνείδηση του ότι η αναγωγή της έννοιας της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας σε αυτήν της εθνικής πολιτικής κουλτούρας αποτελεί εσφαλμένη απλουστευτική σύμβαση. Η αναγωγή αυτή που πολύ συχνά επιχειρείται μέσω της αποσιώπησης του ανομοιογενούς χαρακτήρα κάθε εθνικής πολιτικής κουλτούρας, ιδιαίτερα στη Συγκριτική Πολιτική Ανάλυση, προτείνει μια υπεραπλούστευση, όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος να αντιμετωπιστούν οι διάφορες υποκουλτούρες ως παρεκκλίσεις από το «πρότυπο», ως παθολογικές καταστάσεις στο πλαίσιο μιας «εθνικής» πολιτικής κουλτούρας. Κάτι τέτοιο αποτελεί αξιολογική τοποθέτηση η οποία εμποδίζει την όσο γίνεται αντικειμενικότερη προσέγγιση της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας, που εξ ορισμού είναι πολυποίκιλη και μεταβαλλόμενη. Η τοποθέτηση αυτή δεν είναι ανεξάρτητη από μια (κανονιστική) υπόθεση που εκφράζεται σαφέστατα από τον Easton, 1965. Ο συγγραφέας αυτός, ακολουθώντας και στο σημείο αυτό τον Parsons, 1951 (βλ. Patrick, 1984), υποστηρίζει ότι η πολιτισμική πολυμορφία και οι υποκουλτούρες πρέπει να ελέγχονται έτσι ώστε να αποφεύγονται πιέσεις στο σύστημα. Έλεγχος που μπορεί να επιτευχθεί μέσω των μηχανισμών της κοινωνικοποίησης. Εξ ου και η αντίληψη που εκφράζει ο ίδιος συγγραφέας, όπως είδαμε παραπάνω στο Κεφάλαιο 2, σχετικά με τη δημιουργία «διάχυτης υποστήριξης προς το σύστημα», όσον αφορά τη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης (Easton, 1965).

Από την άλλη οι «σταθερές» που εντοπίζονται σε μια συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα και την χαρακτηρίζουν, υποτίθεται διαταξικά και ενδεχομένως ανεξαρτήτως ιδεολογίας μπορεί να αποτελούν και απόρροια στερεότυπης αντίληψης για την πραγματικότητα ή οπτική που δεν την αντιμετωπίζει σφαιρικά. Θα δούμε παρακάτω (Κεφάλαιο, 8.2) την υπόθεση περί «υπερπολιτικοποιημένων Ελλήνων», που ήταν κυρίαρχη τη δεκαετία του 1980, αλλά διαψεύδεται από την εμβάθυνση στην ανάλυση ποιοτικών δεδομένων. Από την άλλη, θα μπορούσε ενδεχομένως όντως, να θεωρηθεί ως σταθερά της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας (τουλάχιστον μιας περιόδου), μια σχετική έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας στη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, που δεν φαίνεται να επηρεάζεται καθοριστικά, ούτε από τη διαφοροποιημένη κοινωνική προέλευση των μελών τους ή της εκλογικής πελατείας στην οποία προνομιακά απευθύνονται, ούτε από την τοποθέτησή τους στον άξονα Αριστεράς/Δεξιάς. Ενώ το παραπάνω, όμως, αποτελεί υπόθεση, για την οποία δεν διαθέτουμε επαρκή τεκμηριωμένα στοιχεία ενώ ούτως ή άλλως μοιάζει εξαιρετικά γενικευτική, αντίθετα, υπάρχουν ερευνητικά πορίσματα για άλλες «σταθερές». Όσον αφορά «στιγμές» στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης εφήβων, στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας για παράδειγμα, με βάση τα οποία μπορούμε να δούμε ότι εντοπίζονται, πράγματι δεδομένα που έχουν το χαρακτήρα «σταθεράς», όπως τον ορίσαμε παραπάνω. Όπως είναι για παράδειγμα, η σημασία που αποδίδεται στο ρόλο του «αρχηγού» στο πλαίσιο των πολιτικών κομμάτων, η οριοθετημένη αίσθηση δημοσίου συμφέροντος, ακόμη και η σύγχυση μεταξύ αξιών του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου (Παντελίδου Μαλούτα, 1987). Γενικότερα, σε μελέτες της πολιτικής κοινωνικοποίησης παιδιών και εφήβων μπορούμε πολύ πρόσφορα να εντοπίσουμε πολιτισμικές σταθερές μιας κοινωνίας που αφορούν στο πολιτικό πεδίο και που χαρακτηρίζουν συνολικά την πολιτική κουλτούρα της.

Αλλά το ότι υπογραμμίζουμε πως πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί/-ές στις απλοποιητικές αναγωγές που έχουν σχέση με την κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα, δεν σημαίνει ότι προτείνουμε μια υποτίμηση της επίδρασης της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας, τόσο στις διάφορες περισσότερο ή λιγότερο διαμορφωμένες υποκουλτούρες, όσο και στο πολιτισμικό σύστημα στο σύνολό του, στο οποίο κατέχει εξ ορισμού «κυρίαρχη» θέση. H επίδραση της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας -και μπορούμε εδώ να κάνουμε παραλληλισμό με τη λειτουργία της κυρίαρχης ιδεολογίας- είναι εξαιρετικά μεγάλη πάνω στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις ιδιαίτερες εμπειρίες τους τα υποκείμενα που ανήκουν στις διάφορες κοινωνικές ή άλλες υποκουλτούρες, και που δεν μετέχουν στην κυρίαρχη. Αυτή είναι εξάλλου και η λειτουργία της «ηγεμονίας». Η επίδραση αυτή της κυρίαρχης κουλτούρας παρατηρείται διότι το όλο πολιτισμικό σύστημα μορφοποιείται με τη δράση της «συμβολικής βίας» (Bourdieu, Passeron, 1970, σ. 18), δηλαδή με την προσπάθεια επιβολής μιας αντιμετώπισης της πραγματικότητας που φαίνεται θεμιτή για όλους/-ες, ενώ κρύβει το συσχετισμό δυνάμεων από τον οποίο απορρέει και τον οποίο τελικά εξυπηρετεί.

politismiki pantelidou 85

Όπως όμως χρησιμοποιώντας ως ερευνητική κατηγορία την έννοια της πολιτικής κουλτούρας ενός συγκεκριμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού δεν πρέπει, γενικεύοντας, να χάσουμε την ουσία του ανομοιογενούς και κοινωνικά διαφοροποιημένου χαρακτήρα της, έτσι και αναφερόμενοι/ες στην κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα για να διαφυλάξουμε τη διάσταση των κοινωνικών διαφοροποιήσεων και την κυρίαρχη θέση που κατέχουν ορισμένα κοινωνικά στρώματα, δεν πρέπει να ξεχάσουμε και τη διάσταση των μεταβαλλόμενων συσχετισμών των κοινωνικών δυνάμεων. Γιατί αν η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα είναι η πολιτική κουλτούρα της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης δεν αποτελεί πάντως κάτι το προφανές και το στατικό, ενώ ο συσχετισμός των κοινωνικών δυνάμεων μεταβάλλεται. Και αυτή η μεταβολή αναπαράγεται και στο πολιτισμικό επίπεδο, το οποίο περιλαμβάνει εκτός από την κυρίαρχη κουλτούρα και τις διάφορες περισσότερο ή λιγότερο διαμορφωμένες υποκουλτούρες, αλλά, συγχρόνως, και αντιστάσεις, αμφισβητήσεις και ανατρεπτικές πρακτικές. Η δε έννοια της κυρίαρχης αντίληψης σε μια συγκεκριμένη χρονική/ιστορική στιγμή δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με αυτή της αντίληψης της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας, αν δούμε την τελευταία με ταξικούς όρους. Κάτι που έχουμε εντοπίσει ερευνητικά στο παρελθόν, ιδιαίτερα, σε σχέση με τον αντιαμερικανισμό (Παντελίδου Μαλούτα, 1987, σσ. 427-428), αλλά ισχύει σίγουρα και όσον αφορά συγκεκριμένες εκφράσεις του πολιτικού κυνισμού και της γενικευτικής απόρριψης της πολιτικής. Στην Ελλάδα της κρίσης είναι σίγουρο ότι τα σχετικά παραδείγματα έχουν πολλαπλασιαστεί. Αρκεί να σκεφτεί κανείς διάφορες «αντι-μνημονιακές» αντιλήψεις που απέκτησαν κυρίαρχη θέση.

Έτσι, αναφερόμενοι/-ες στην ελληνική πολιτική κουλτούρα, για παράδειγμα δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στην κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας, παρά το ότι αναγνωρίζουμε απολύτως την ιδιαίτερη βαρύτητα που αυτή η τελευταία παρουσιάζει. Αλλά περιλαμβάνουμε και τις περισσότερο ή λιγότερο διαμορφωμένες και διαφοροποιημένες υποκουλτούρες: Ταξικές, ιδεολογικές, φύλου, ενδεχομένως ηλικιακές, τοπικές κ.λπ. Αυτό δε το σύνολο των πολιτισμικών φαινομένων δεν το αντιμετωπίζουμε στατικά, αλλά στη δυναμική και εξελικτική του πορεία. Θα πρέπει, ωστόσο, στο σημείο αυτό να προσθέσουμε μια σημαντική επισήμανση του Todorov, 2009, σ. 105: Ενώ, προφανώς, κάθε κουλτούρα είναι μεικτή και μεταβαλλόμενη, και από έξω έτσι προσλαμβάνεται, για τα ίδια τα μέλη της κοινότητας την οποία η συγκεκριμένη κουλτούρα χαρακτηρίζει, αυτή βιώνεται ως σταθερή και διακριτή οντότητα που συνιστά το θεμέλιο της συλλογικής τους ταυτότητας. Έτσι ερμηνεύει ο συγγραφέας αυτός την αμυντική, ενίοτε και επιθετική στάση που εμφανίζεται όταν η υποτιθέμενη αυτή σταθερή κουλτούρα μοιάζει να «απειλείται» από νέες πολιτισμικές εισροές. Ο μύθος της εθνικής πολιτισμικής ομοιογένειας είναι συγχρόνως και ισχυρός και ευάλωτος. Αλλά, βέβαια, η εθνική ταυτότητα ως συνιστώσα μιας συγκεκριμένης (εθνικής) πολιτικής κουλτούρας είναι μία από τις υποκειμενικές και συλλογικές ταυτίσεις -παρότι συνήθως ισχυρότατη- που συνυπάρχει και βρίσκεται σε συνεχή διαπραγμάτευση με άλλες, τόσο σε υποκειμενικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 79-86

Σημειώσεις

[80] Για την πρώτη προσέγγιση, βλ. Dowse, Hughes, 1972, σσ. 243-249, για τη δεύτερη βλ. Cοt, Mounier, 1974, τ. 2, σσ. 56-61. Για μια συνθετική παρουσίαση του θέματος των σχέσεων κουλτούρας και ιδεολογίας, βλ. Rochet, 1968, τ.1, σσ.124-129, και επίσης, Abercombie, Hill, Turner, 1984, σσ. 7-30, όπως και Bottomore, Goode, 1983, σσ. 161-199. Βλ. και το κλασικό έργο του Mannheim, 1936.

[81] Βλ και την πρόταση του Δεμερτζή, 1989, για τη σχέση κουλτούρας και ιδεολογίας.

[82] Βλ. τη συμβολή του Pye στο Binder, Pye, Coleman, 1974, σ. 103. Av αυτή η διατύπωση μοιάζει «αμερικανοκεντρική», ωστόσο δεν αφορά μόνο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Βλ., για παράδειγμα, τη συμβολή του Ward σχετικά με την Ιαπωνία, του Weiner σχετικά με την Ινδία και του Scott για το Μεξικό, στο Pye, Verba, 1965.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Abercombie, Ν., Hill, S., Turner, Β. (1984), The dominant ideology thesis, London, Allen and Unwin.

Almond, G. Α., Verba, S. (1963), The civic culture, Boston, Little Brown.

Βεντούρης, Ν., Πολιτική κουλτούρα, Αθήνα. Παπαζήσης, 1977.

Βερέμης, Θ., Κιτρομηλίδης, Π. (1997), Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, Αθήνα, ΜΙΕΤ.

Anderson, P. (1983), Imagined communities: Reflections on the origins and spread of nationalism, London, Verso.

Bell, D., Tepperman, L. (1979), The roots of disunity: a look at Canadian political culture, Toronto, McClelland and Stewart.

Binder, L, Pye, L., Coleman, J. S. (1974), Crises and sequences in political development, Princeton, Princeton University Press.

Βλάχος, Γ. (1976), Πολιτική Ψυχολογία, Αθήνα, Παπαζήσης.

Bottomore, T., Goode, P. (1983), Readings in marxist sociology, Oxford, Clarendon Press.

Bourdieu, P. (1986), «The forms of capital», στο Richardson, D., (επιμ.), Handbook of Theory and Research for the Sociology of Education, New York, Greenwood.

Bourdieu, P., Passeron, J. C. (1970), La reproduction. Eléments pour une théorie du système d’ enseignement, Paris, Minuit.

Calhoun, C. (2003), «‘Belonging’ in the cosmopolitan imagery», Ethnicities 3, 4, σσ. 531-568.

Cot, J .P., Mounier, J .P. (1974), Pour une sociologie politique, Paris, Seuil.

Γούμενος, Θ. (2011), «Εθνοτικές και εθνικές ταυτότητες: Κονστρουκτιβισμός, σχεσιακή θέαση και αναλυτικά ζητήματα», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 38, σσ. 33-50.

Δεμερτζής, Ν. (1989), Κουλτούρα, νεωτερικότητα, πολιτική κουλτούρα, Αθήνα, Παπαζήσης.

Διαμαντούρος N. (2000), Πολιτισμικός δυϊσμός και πολιτική αλλαγή στην Eλλάδα της μεταπολίτευσης, Aθήνα, Aλεξάνδρεια.

Dowse, R. E., Hughes, J. A. (1972), Political sociology, New York, John Wiley.

Δραγώνα, Θ. (2007), «Έλληνες έφηβοι και εθνικός εαυτός: Ανάμεσα στην ανατροπή και την εξασφάλιση του οικείου», στο Καφετζής, Π., Μαλούτας, Θ., Τσίγκανου, Ι. (επιμ.), Πολιτική, Κοινωνία, Πολίτες: Ανάλυση δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας-ESS, Αθήνα, ΕΚΚΕ.

Easton, D. (1965), A systems analysis of political life, New York, John Wiley.

Fu, H., Mou, Y., Miller, M., Jalette, G. (2011), «Reconsidering political cynicism and political involvement», American Communication Journal 13, 2, σσ. 44-61.

Gellner, E. (1983), Nations and nationalism, Oxford, Blackwell.

Gramsci, A. (1971), Selections from the Prison Notebooks, New York, International Publishers.

Hebdige, D. (1980), Subculture. The meaning of style, New York, Methuen.

Inglehart, R., Νοrris, P. (2004), Sacred and secular: Reexamining the secularization thesis, New York, Cambridge University Press.

Kagan, J., Moss, M. (1962), From birth to maturity, New York, John Wiley.

Κονιόρδος, Σ.Μ. (επιμ.) (2010), Κοινωνικό κεφάλαιο: Εμπιστοσύνη και κοινωνία των πολιτών, Αθήνα, Παπαζήσης.

Kroeber, A.L., Kluckhohn, C. (1969), Culture. A critical review of concepts and definitions, New York, Random House.

Λέκκας, Π. (2006), Η εθνικιστική ιδεολογία, Αθήνα, Κατάρτι.

Linton, R. (1977), Le fondement culturel de la personnalité, Paris, Bordas.

MacIntryre, A. (1978), «Is a science of comparative politics possible?», στο του ίδιου, Against the self image of the age, Notre Dame, University of Notre Dame Press.

Macpherson, C. B. (1977), The life and times of liberal democracy, Oxford, Oxford University Press.

Macridis, R. (1978), Modern political systems: Europe, Englewood Cliffs, Prentice-Hall.

Marsh, D. (1971), «Political socialization: The implicit assumptions questioned», British Journal of Political Science 1, σσ. 453-465.

Mouffe, Ch. (1995), «Post-Marxism: Democracy and identity», Society and Space 13, 3, σσ. 259-266.

Norris, P., Davis, J. (2007), «Continental Divide: Social Capital in the U.S. and Europe», στο Jowell, R., Roberts, C. κ.ά. (επιμ.), Measuring Attitudes Cross Nationally: Lessons from the European Social Survey, London, Sage.

Παναγιωτοπούλου, Ρ., Παπλιάκου, Β. (2007), «Όψεις συγκρότησης του κοινωνικού κεφαλαίου στην Ελλάδα», στο, Καφετζής Π., Μαλούτας Θ., Τσίγκανου Ι., Πολιτική, Κοινωνία, Πολίτες: Ανάλυση δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας, ESS, Αθήνα, ΕΚΚΕ.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (1987), Πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις στην αρχή της εφηβείας, Αθήνα, Gutenberg.

Παρασκευόπουλος, Χ. (2010), «Τα θεμελιώδη επανέρχονται στη θεωρία του κοινωνικού κεφαλαίου», στο, Κονιόρδος, Σ. (επιμ.), Κοινωνικό κεφάλαιο. Εμπιστοσύνη και κοινωνία των πολιτών, Αθήνα, Παπαζήσης.

Parsons, T. (1951), The social system, New York, Free Press.

Parsons, T., Shils (επιμ.) (1962), Toward a general theory of action, New York, Harper & Row.

Πασχαλίδης, Γ. (1999), «Η πολιτσμική ταυτότητα ως δικαίωμα και ως απειλή. Το παράδειγμα της εθνικής ταυτότητας», στο Κωσταντόπουλος, Χ., Μαράτου-Αλιπράντη, Λ., κ.ά., Εμείς και οι «άλλοι»: Αναφορές στις τάσεις και τα σύμβολα, Αθήνα, Τυπωθήτω.

Patrick, G. A. (1984), «Political culture», στο Sartori, G. (επιμ.), Social Science concepts: A systematic analysis, London, Sage.

Putnam, R. (1993), Μaking democracy work, Princeton, Princeton University Press.

Ρye, L. (1977), Στοιχεία πολιτικής ανάπτυξης, Αθήνα, Παπαζήσης (πρώτη έκδοση, Little Brown, 1966).

Pye, L.W., Verba, S. (1965) (επιμ.), Political culture and political development, Princeton, Princeton University Press.

Putnam, R. (2000), Bowling alone: The collapse and revival of American community, Νew York, Simon and Schuster.

Rocher, G., (1968), Introduction à la sociologie générale, t.1., L’action sociale, Paris, Editions Points.

Rothstein, Β. (2002), «Sweden. Social Capital in the Social Democratic State. The Swedish Model and Civil Society», στο R. D. Putnam (επιμ.), Democracies in Flux. Political Culture as a Condition for Democracy, Oxford, Oxford University Press.

Sartori, G. (επιμ.) (1984), Social Science concepts: A systematic analysis, London, Sage.

Σωτηρόπουλος, Δ. Α. (2007), «Το κοινωνικό κεφάλαιο στην Ελλάδα, σε συγκριτική προοπτική, στο, Καφετζής Π., Μαλούτας Θ., Τσίγκανου Ι., Πολιτική, Κοινωνία, Πολίτες: Ανάλυση δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας, ESS, Αθήνα, ΕΚΚΕ.

Τοdorov, T. (2009), Ο φόβος των βαρβάρων: Πέρα από τη σύγκρουση των πολιτισμών, Αθήνα, Πόλις.

Τσουκαλάς, Κ. (1983), «Παράδοση και εκσυγχρονισμός: Μερικά γενικότερα ερωτήματα», στο, Τσαούσης Δ.Γ. (επιμ.) Ελληνισμός και ελληνικότητα, Αθήνα, Εστία.

Φραγκουδάκη, Α. (1977), Τα αναγνωστικό βιβλία του δημοτικού σχολείου. Ιδεολογικός πειθαναγκασμός και παιδαγωγική βία, Αθήνα, Θεμέλιο.

Φραγκουδάκη, Α., Δραγώνα, Θ. (1997), Τι είναι η πατρίδα μας; Εθνοκεντρισμός στην εκπαίδευση, Αθήνα, Αλεξάνδρεια.

Welch, S. (1993), The concept of political culture, London/New York, MacMillan/St Martin’s Press.

Wiatr, J. J. (1980), «The civic culture from a marxist sociological perspective», στο Almond, G. Α., Verba, S. (επιμ.), The civic culture revisited, Boston, Little Brown.

Wilson, R. W. (1992), Compliance ideologies. Rethinking political culture, Cambridge, Cambridge University Press.

Wright, E. O. (1985), Classes, London, Versο.

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ